Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ωφέλιμες Διηγήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ωφέλιμες Διηγήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

Χριστοκεντρικό Πανηγύρι ή Ανθρωποκεντρικό

Νικόλαος Γεωργαντώνης
θεολόγος - ιεροψάλτης 


Με τη βοήθεια του Θεού έχουμε εισέλθει και φέτος στην περίοδο του Δεκαπενταυγούστου και οδεύουμε προς το λεγόμενο «Πάσχα του Καλοκαιριού», την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Είναι μια περίοδος νηστείας που ξεκινά με την εορτή της Προόδου του Τιμίου Σταυρού, μετά από έξι μέρες, εορτάζουμε την Μεταμόρφωση του Χριστού και τέλος, καταλήγει στην εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

            Κατά πόσο όμως προετοιμαζόμαστε για αυτή τη μεγάλη και σημαντική Θεομητορική εορτή και γενικά για κάθε εορτή της Εκκλησίας; Πώς την εορτάζουμε; Θα θέσω μερικούς προβληματισμούς που θα πρέπει όλοι να προσέξουμε και μερικά πράγματα που θα πρέπει να κοιτάμε ώστε να βιώνουμε ορθότερα την πίστη μας. Είναι πολύ λυπηρό στις ημέρες μας να αυξάνεται όλο και περισσότερο η έννοια του «πανηγυριού» ενός συλλόγου ή χωριού που γίνεται εις βάρος της Εκκλησίας. Το πανηγύρι από μόνο του δεν βλάπτει, μόνο όταν γίνεται υπό τις σωστές συνθήκες.

            Πρώτο και κύριο, βλέπουμε ότι κάθε μεγάλη εορτή της Εκκλησίας μας έχει μια προετοιμασία. Οι εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα έχουν νηστεία 40 ημερών, η εορτή των Αγ. Αποστόλων έχει νηστεία που εξαρτάται από το πότε πέφτει το Πάσχα και η νηστεία για την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ξεκινά την 1η Αυγούστου και τελειώνει στις 14. Ουσιαστικά, κάθε νηστεία τελειώνει με την Θεία Λειτουργία (και το πιο ορθό, μετοχή μας στην Θεία Κοινωνία) της εκάστοτε προαναφερθείσας εορτής.  Η θέσπιση της νηστείας σε αυτή τη περίοδο έχει ως σκοπό να ετοιμάσει τον καθένα μας ώστε να εορτάσουμε σωστά την κάθε εορτή. Και τι εννοούμε «να εορτάσουμε»; Όχι με γλέντια και διάφορα άλλα εκτός Εκκλησίας, αλλά με προσευχή και συμμετοχή στις ακολουθίες. Το γλέντι από μόνο του δε βλάπτει και δεν είναι κακό. Παλαιότερα, μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, ξεκινούσε το γλέντι και γιόρταζε όλο το χωριό μαζί. Αυτό είναι και βασισμένο στην ζωή της Εκκλησίας που όλα γυρίζουν γύρω από το Σώμα της. Το πρόβλημα πού ξεκινά; Όταν γίνεται το πανηγύρι για το πανηγύρι και όχι για την εορτή που τιμάται. Όταν τρώμε και πίνουμε από το βράδυ, δηλαδή μετά τον εσπερινό της εορτής και την άλλη μέρα είτε δεν πάμε ή πάμε αργά ή και το χειρότερο, δεν κοινωνάμε το Σώμα και Αίμα του Χριστού, τότε ζημιωνόμαστε πολύ. Ουσιαστικά πάμε ενάντια στον Θεό. Ο σκοπός της εορτής είναι να εκκλησιαστούμε, να προσευχηθούμε και να φύγουμε από την Εκκλησία, έχοντας λάβει Χάρη από τον Θεό. Πώς όμως μπορούμε να το κάνουμε αυτό εάν έχουμε γλεντήσει το προηγούμενο βράδυ μέχρι το πρωί ή έχουμε φάει και πιει; Ποιός θα κοινωνήσει έτσι; Κάποιος θα πει ότι αυτό είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια αλλά ο Παράδεισος κατακτάται από λεπτομέρειες. Όταν έχουμε το πνεύμα ‘δεν πειράζει αυτό, δεν πειράζει το άλλο, τον Θεό δεν τον νοιάζουν αυτά, αρκεί να είσαι «καλός άνθρωπος»’, σιγά-σιγά απομακρυνόμαστε από τον Θεό.
            Ένα άλλο θέμα που αξίζει την προσοχή μας είναι και οι διάφορες  εκδηλώσεις που γίνονται εντός της νηστείας, ειδικά του Δεκαπενταυγούστου. Εκδηλώσεις συνήθως μουσικές και λαογραφικές που έχουνε σκοπό να αναδείξουν την παράδοση, αλλά στην ουσία την αλλοιώνουν και την διαβάλλουν. Η καθ’ ημάς Ανατολική, «Ρωμαίκη» παράδοση είναι συνυφασμένη με την Ορθοδοξία. Όπως λέει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός «Ελλάδα χωρίς Ορθοδοξία δεν μπορεί να υπάρξει, ενώ Ορθοδοξία χωρίς Ελλάδα μπορεί». Δεν είναι ένα σχόλιο ανθελληνικό, αλλά εάν το σκεφτούμε λίγο, θα δούμε ότι αληθεύει. Θέλουμε να καλοπερνάμε αλλά χωρίς Θεό. Αυτό το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνει είναι να οδηγήσει στον αφανισμό μας. Η παράδοση νοείται μόνο εν Χριστώ. Ό,τι άλλο υπάρχει που δεν έχει Χριστό ή εναντιώνεται σε Αυτόν θα πρέπει να σβήνεται και να μην μεταδίδεται από γενιά σε γενιά.

            Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι μπορεί να μας φαίνεται δύσκολο να είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί στην σημερινή εποχή, αλλά είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να δώσει πραγματική σημασία στην ζωή μας. Ό,τι άλλο και αν βάζουμε για να γεμίσουμε αυτή τη τρύπα, είναι αδύνατο να γεμίσει. Γι’ αυτό, ας βάλουμε αρχή μετανοίας από τώρα και ας χαράξουμε νέο δρόμο εν Χριστώ. Να εορτάσουμε την φετινή εορτή της Παναγίας σωστά και Χριστιανικά! Καλή Παναγιά!!!

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

Για ποιο λόγο νηστεύουμε τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ;

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Την παλαιά εποχή πολλοί πιστοί προσέρχονταν στα μυστήρια χωρίς καμιά προετοιμασία και μάλιστα κατά την εποχή που ο Χριστός τα συνέστησε. Αντιλαμβανόμενοι οι πατέρες την παρακαλούμενη βλάβη από την απροετοίμαστη προσέλευσι, αφού συγκεντρώθηκαν καθιέρωσαν σαράντα ημέρες νηστείας, προσευχών, ακροάσεως του θείου λόγου και συνάξεων, ώστε, αφού καθαρισθούμε όλοι μας με κάθε επιμέλεια και με προσευχές και με ελεημοσύνη και με νηστεία και με ολονύκτιες παρακλήσεις και με δάκρυα μετανοίας και με εξομολόγησι και με όλα τα άλλα, να προσέλθουμε έτσι στην Θεία Κοινωνία με καθαρή κατά το δυνατό συνείδηση.
Και ότι μ αὐτὸ κατώρθωσαν μεγάλα πράγματα, συνηθίζοντας μας με την συγκατάβασι αυτή στην νηστεία, γίνεται φανερό από το εξής: Αν εμείς όλο τον χρόνο επιμείνουμε να φωνάζουμε και να κηρύσσουμε την νηστεία, κανείς δεν προσέχει στα λόγια μας· αν όμως έλθη ο καιρός της νηστείας της Τεσσαρακοστής, τότε, χωρίς κανείς να προτρέπη ούτε και να συμβουλεύη και ο πιο νωθρός αφυπνίζεται και ακολουθεί την προτροπή και την συμβουλή, που επιβάλλει ο καιρός.
Αν λοιπόν σε ρωτήσει ο Ιουδαίος και ο ειδωλολάτρης, για ποιόν λόγο νηστεύεις , μη πης, ότι νηστεύεις για το Πάσχα η για την θυσία του Σταυρού, γιατί θα του δώσης μεγάλη αφορμή για αντεκλίσεις. Γιατί δεν νηστεύουμε για το Πάσχα ούτε για τον Σταυρό, αλλά για τα δικά μας αμαρτήματα, επειδή πρόκειται να προσέλθουμε στα μυστήρια· γιατί το Πάσχα δεν είναι αιτία νηστείας ούτε πένθους, αλλά υπόθεσης ευφροσύνης και χαράς. Γιατί ο Σταυρός συνέτριψε την αμαρτία, έγινε καθάρσιο της οικουμένης, έγινε αιτία συμφιλιώσεως και εξαλείψεως της πολυχρόνιας έχθρας, άνοιξε τις πύλες του ουρανού, έκανε τους εχθρούς φίλους, επανέφερε στον ουρανό, τοποθέτησε στα δεξιά του θρόνου του Θεού την ανθρώπινη φύσι και μας πρόσφερε αμέτρητα άλλα πνευματικά αγαθά. Δεν πρέπει λοιπόν να πενθούμε ούτε να θλιβώμαστε, αλλά να αγαλλώμαστε και να χαιρώμαστε. Γι αυτό και ο Παύλος λέγει ̇ «Σε μένα ας μη συμβή να καυχηθώ για τίποτε άλλο, παρά μόνο για τον σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού» (Γαλ. 6,14). Και πάλι ̇ «Ο Θεός δείχνει την αγάπη του προς εμάς με το ότι, αν και ήμασταν αμαρτωλοί, ο Χριστός πέθανε για μας» (Ρωμ. 5,8). Κάτι παρόμιο λέγει και ο Ιωάννης ̇ «Γιατί τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο» (Ιω. 3,16). Πες όμως, πως; Αφού άφησε κατά μέρος όλα τα άλλα, ανέφερε τον σταυρό. Γιατί, αφού είπε, «τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο», πρόσθεσε, «ώστε έδωσε τον Μονογενή Υιο του να σταυρωθή, ώστε να μη χαθή ο καθένας που πιστεύη σ αὐτὸν, αλλά να έχη ζωή αιώνια» (Ιω. 3,16). Αν είναι λοιπόν ο Σταυρός αφορμή αγάπης και καύχημα, ας μη λέμε, ότι πενθούμε γι αυτόν. Γιατί δεν πενθούμε για εκείνον – μη γένοιτο – αλλά για τα δικά μας αμαρτήματα. Γι’ αυτό νηστεύουμε.

Τα ιερά μνημόσυνα – Εκ του αειμνήστου Καθηγητού Ιωάννου Φουντούλη

Του αειμνήστου Καθηγητού, Ιωάννου Φουντούλη

Θέμα τῆς παρούσης εἰσηγήσεως εἶναι «Τὰ ἱερὰ μνημόσυνα», δηλαδὴ οἱ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων ἀδελφῶν μας δεήσεις τῆς Ἐκκλησίας. Περιλαμβάνει δὲ δύο μέρη.
Στὸ πρῶτο προσπαθοῦμε νὰ δώσουμε μία ἱστορικὴ εἰκόνα τοῦ θέματος, δηλαδὴ κάνουμε μία ἀναδρομὴ στὴν περὶ μνημοσυνῶν παράδοση καὶ πρακτική τῆς Ἐκκλησίας ἀπ’ ἀρχῆς μέχρις ὅτου παγιώθηκε ἡ λειτουργικὴ τάξη. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ στὴν ἱστορία, καὶ στὴν ἐδῶ περίπτωσή μας καὶ σὲ κάθε ἄλλο λατρευτικὸ θέμα, δὲν γίνεται ἁπλῶς ἀπὸ λόγους ἱστορικῆς περιέργειας, ἀλλὰ ἔχει οὐσιαστικὸ λόγο ὑπάρξεως καὶ καλλιεργείας. Ἔτσι κατοχυρώνουμε τὴν νομιμότητα τῆς λειτουργικῆς μας πράξεως καὶ ἐν προκειμένῳ τὶς δεήσεις ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων, ποὺ τελεῖ ἡ Ἐκκλησία γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῶν ψυχῶν τους καὶ γιὰ παρηγοριὰ τῶν ζώντων.
Ἔτσι σκέπτεται, θεολογεῖ καὶ ἐνεργεῖ μία παραδοσιακὴ Ἐκκλησία, ὅπως εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος. Ἡ παράδοση δικαιώνει καὶ ἐπαληθεύει τὴν σημερινή μας πρακτική. Δὲν καινοτομοῦμε, ἀλλὰ ἀκολουθοῦμε τὴν τάξη ποὺ παραλάβαμε ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Σ’ αὐτὴν μὲ ταπείνωση καὶ ἐμπιστοσύνη στηριζόμαστε καὶ ἐν ὀνόματί της συνεχίζουμε τὴν πνευματικὴ καὶ λατρευτικὴ ζωὴ μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ἐπικαλούμενοι τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, πιστεύοντας ὅτι ἡ εὐσπλαγχνία του θὰ νικήσει τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας.
Τὸ λέμε μὲ παρρησία στὶς εὐχὲς τῆς γονυκλισίας τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ κατὰ βάση εἶναι νεκρώσιμες εὐχές: «Ἐπιμέτρησον τὰς ἀνομίας ἡμῶν τοῖς οἰκτιρμοῖς σου· ἀντίθες τὴν ἄβυσσον τῶν οἰκτιρμῶν σου τῷ πλήθει τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν» (α’ γονυκλισία, εὐχὴ πρώτη). Στὰ ἐρωτήματα ποὺ τίθενται ἀπὸ πιστοὺς καὶ μὴ πιστοὺς γιὰ τὸ ποιὰ εἶναι ἡ σκοπιμότητα καὶ ποιὸ τὸ ὄφελος γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ἔχουν οἱ δεήσεις ποὺ κάνουν γι’ αὐτοὺς οἱ ζῶντες, ἐφ’ ὅσον «ἐν τῷ ἅδῃ οὐκ ἔστι μετάνοια», ἐμεῖς θὰ ἀπαντήσουμε ἐπικαλούμενοι τὴν ἀπὸ αἰώνων πράξη τῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ φαινομενικὰ ἁπλοϊκό, «ἔτσι τὸ παραλάβαμε», δείχνει ὅλη τὴν ἐμπιστοσύνη μας καὶ τὴν ἀμετακίνητη καὶ ζωντανὴ ἐλπίδα μας στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκφράζει τὴν πίστη της καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ στὸν κόσμο, ἀποτελεῖ γιὰ ὅλους μας τὴν ἐγγύηση ὅτι οἱ προσευχὲς μας γίνονται σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι θὰ εἶναι ὠφέλιμες γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν τεθνεώτων. Μὲ ποιὸ τρόπο θὰ γίνει αὐτό, τὸ ἀφήνουμε στὸ ἀνεξιχνίαστο πέλαγος τῆς πολυμήχανης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὴ περίπου εἶναι ἡ ἀπάντησή μας στὸ θέμα ποὺ ἀφορᾶ στὰ μνημόσυνα ἀπὸ λειτουργικὴ ἄποψη. Πῶς θεωρητικά, βάσει τῆς περὶ ἐσχάτων καὶ περὶ τῆς μετὰ θάνατον ζωῆς καὶ ἀναστάσεως διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς περὶ τῆς κοινωνίας τῶν ἁγίων θεολογίας της ἀντιμετωπίζεται τὸ θέμα, ἔχει ἐπαρκῶς ἀναλυθεῖ ἀπὸ τὶς προηγηθεῖσες θεωρητικὲς εἰσηγήσεις. Ἐμεῖς θὰ μείνουμε στὴν ἱστορικολειτουργικὴ του πλευρὰ μόνο.

Ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία καθιέρωσε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰδικὲς προσευχὲς γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν μας. Αὐτὸ ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς πίστεως καὶ διδασκαλίας της ὅτι οἱ ἀποθανόντες πιστοὶ ζοῦν καὶ μετὰ θάνατον ἐν Χριστῷ καὶ ὅτι ἡ κοινωνία πίστεως καὶ ἀγάπης μεταξὺ ζώντων καὶ τεθνεώτων δὲν παύει νὰ ὑφίσταται, ἐκφράζεται δὲ μὲ ἀμοιβαῖες προσευχές. Οἱ ζῶντες δέονται ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων καὶ οἱ κεκοιμημένοι ὑπὲρ τῶν ζώντων καὶ μάλιστα οἱ ἅγιοι, ποὺ ἔχουν παρρησία στὸν Θεό. Ἔτσι καθιερώνονται προσευχὲς καὶ ἀκολουθίες ὑπὲρ τῶν τεθνεώτων εἰς μνήμην αὐτῶν, τὰ μνημόσυνα. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει πανανθρώπινη παράδοση καὶ πρακτική, νεκρικὰ δηλαδὴ ἔθιμα ποὺ ὑφίσταντο κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἱδρύσεως καὶ ἐξαπλώσεως τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πού, ἐκχριστιανιζόμενα καὶ ἀποκαθαιρόμενα ἀπὸ προλήψεις καὶ δεισιδαιμονίες, λαμβάνουν νέο περιεχόμενο καὶ νόημα καὶ συνεχίζονται ἀπὸ αὐτήν.
Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀπαντοῦν μαρτυρίες γιὰ τὴν πρὸ Χριστοῦ ἰουδαϊκὴ πράξη. Στὸ Τωβὶτ 4,17 ὑπάρχει ἡ προτροπὴ «ἔκχεον τοὺς ἄρτους σου ἐπὶ τὸν τάφον τῶν δικαίων», ποὺ ὑπαινίσσεται τὴν τέλεση νεκροδείπνων στοὺς τάφους ἢ τὴν προσφορὰ ἐλεημοσυνῶν στοὺς φτωχούς, προφανῶς εἰς μνημόσυνο τῶν ἀπελθόντων. Στὸ Β’ Μακκαβαίων 12, 43-45 μαρτυρεῖται ἡ τέλεση θυσιῶν «περὶ ἁμαρτίας» ὑπὲρ τῶν «μετ’ εὐσέβειας κοιμωμένων». Ὁ Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος ἔστειλε στὸν ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων τὰ ἀπαιτούμενα γιὰ νὰ τελεσθεῖ θυσία γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔπεσαν στὸν πόλεμο. Ἡ συγγένεια μὲ τὴν σχετική, μεταγενέστερα βέβαια, χριστιανικὴ πράξη εἶναι ἐμφανής.
Θυσίες ὅμως καὶ προσφορὲς ὑπὲρ τῶν νεκρῶν ἔκαναν καὶ οἱ εἰδωλολάτρες. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὁμήρου ἦταν γνωστὰ τὰ «περίδειπνα», κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπιστεύετο ὅτι συνέτρωγε καὶ ὁ νεκρὸς μαζὶ μὲ τοὺς παρακαθημένους. Τὰ ἐπιμνημόσυνα δεῖπνα αὐτὰ ἐτελοῦντο σὲ ὁρισμένες τακτὲς ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου ἡμέρες, τὴν τρίτη, τὴν ἐνάτη, τὴν τριακοστὴ καὶ κατ’ ἔτος τὴν «γενέθλιο» ἡμέρα τοῦ νεκροῦ, δηλαδὴ κατὰ τὴν ἐπέτειο τῆς γεννήσεώς του – ὄχι τοῦ θανάτου του. Ἡ συγγένεια καὶ ἐδῶ μὲ τὴν χριστιανικὴ πρακτικὴ εἶναι ἐμφανέστατη.
Οἱ χριστιανοὶ συνεχίζουν, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, τὰ ἀνωτέρω μὲ ἕνα διπλὸ τρόπο· τὶς ἐλεημοσύνες ὑπὲρ τῶν τεθνεώτων, ὡς ἔκφραση ἀγάπης πρὸς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ἐνδεεῖς, καὶ τὶς προσευχές. Ἤδη οἱ «Ἀποστολικὲς Διαταγὲς» (τέλος Δ’ αἰῶνος) συνιστοῦν νὰ δίδονται «ἐκ τῶν ὑπαρχόντων» τοῦ νεκροῦ καὶ «εἰς ἀνάμνησιν αὐτοῦ» ἐλεημοσύνες στοὺς φτωχοὺς (Η’ 42). Τὸ ἴδιο συνιστοῦν καὶ ὁ Χρυσόστομος, ὁ Ἱερώνυμος, ὁ Τερτυλλιανός, ὁ ψευδο-Ἀθανάσιος καὶ ἄλλοι παλαιοὶ πατέρες καὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς. Παραλλήλως ὅμως ἐτελοῦντο στοὺς τάφους τῶν νεκρῶν καὶ τὰ «περίδειπνα» ἢ «μακαρίαι», ποὺ ἔχουν ἐπιβιώσει μὲ διάφορες ἐξελιγμένες μορφὲς κατὰ τόπους μέχρι σήμερα. Καὶ τὰ «περίδειπνα» δὲν εἶναι ἄσχετα πρὸς τὴν περὶ ἐλεημοσυνῶν πρακτική, ἀφοῦ σ’ αὐτὰ συνέτρωγαν ὄχι μόνο συγγενεῖς καὶ φίλοι τοῦ νεκροῦ, ἀλλὰ καὶ κληρικοί, πτωχοὶ καὶ ξένοι (Ἀποστ. Διαταγαὶ Η’ 44, Αὐγουστίνου Ἐξομολογήσεις Ι, 2, Βαλσαμὼν κ.λπ.). Εἶναι ἄξιο σημειώσεως τὸ πνευματικὸ νόημα ποὺ δίδεται ἀπὸ τὶς «Ἀποστολικὲς Διαταγὲς» στὶς συνεστιάσεις αὐτές, ὡς μίας πράξεως προσευχῆς καὶ πρεσβείας τῶν ζώντων ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων («ἐν δὲ ταῖς μνείαις αὐτῶν καλούμενοι μετὰ εὐταξίας ἐστιάσθε καὶ φόβου Θεοῦ, ὡς δυνάμενοι καὶ πρεσβεύειν ὑπὲρ τῶν μεταστάντων» Η’ 44).

Ἤδη πάντως στὶς «Ἀποστολικὲς Διαταγὲς» ὑπάρχουν ὄχι μόνο διαμορφωμένες εὐχὲς καὶ διακονικὲς αἰτήσεις «ὑπὲρ ἀναπαυσαμένων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν ἡμῶν», ποὺ κατὰ βάσιν περιέχουν τὰ αἰτήματα ἀκόμα καὶ τὶς φραστικὲς διατυπώσεις ποὺ μᾶς εἶναι οἰκεῖες ἀπὸ τὶς ἐν χρήσει εὐχὲς («παρίδῃ αὐτῷ πᾶν ἁμάρτημα ἑκούσιον καὶ ἀκούσιον καί… κατατάξῃ εἰς χώραν εὐσεβῶν, ἀνειμένων εἰς κόλπον Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ… ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμὸς» Η’ 41), ἀλλὰ καὶ μαρτυρία ὅτι ὑφίσταντο ἤδη ὡς καθοριζόμενα ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους τὰ τρίτα, τὰ ἔνατα, τὰ τεσσαρακοστὰ καὶ τὰ ἐνιαύσια μνημόσυνα. Δίδεται δὲ μία βιβλικὴ ἢ ὑποτυπώδης θεολογικὴ δικαίωση γιὰ τὸ καθένα:« Ἐπιτελείσθω δὲ τρίτα τῶν κεκοιμημένων ἐν ψαλμοῖς καὶ ἀναγνώσεσι καὶ προσευχαῖς διὰ τὸν διὰ τριῶν ἡμερῶν ἐγερθέντα• καὶ ἔνατα εἰς ὑπόμνησιν τῶν περιόντων καὶ τῶν κεκοιμημένων καὶ τεσσαρακοστὰ κατὰ τὸν παλαιὸν τόπον, Μωϋσῆν γὰρ οὕτως ὁ λαὸς ἐπένθησε· καὶ ἐνιαύσια ὑπὲρ μνείας αὐτοῦ» (Η’ 42).
Παρόμοιες θεολογικὲς ἑρμηνεῖες μὲ ἀναγωγὲς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἢ στὴν θεολογικὴ σημασία τῶν ἀριθμῶν ἢ ἰδιαιτέρως στὸν βίο καὶ στὶς μετὰ τὴν ἀνάσταση ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου ἔχουν δοθεῖ πολλὲς γιὰ τὴν δικαιολόγηση τῆς ἐπιλογῆς τῶν ἡμερῶν τελέσεως τῶν μνημοσυνῶν: Ἁγία Τριάς, τριήμερος ταφὴ τοῦ Κυρίου (τὰ τρίτα), τὰ ἀγγελικὰ τάγματα ἢ ὁ ἱερὸς ἀριθμὸς 3 ἐπὶ 3 ἢ ἡ ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν ὀγδόη μετὰ τὴν ἀνάσταση ἡμέρα (τὰ ἔνατα), ἀνάληψη τοῦ Κυρίου σαράντα ἡμέρες μετὰ τὴν ἀνάσταση (τὰ τεσσαρακοστὰ) κ.ο.κ.
Ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης ἀναφέρει καὶ ἄλλες ἑρμηνεῖες ποὺ κυκλοφοροῦσαν κατὰ τὴν ἐποχή του, ποὺ συσχέτιζαν τὶς ἡμέρες τῶν μνημοσυνῶν μὲ τὶς ἀντίστοιχες φάσεις τῆς συλλήψεως καὶ τῆς διαμορφώσεως τοῦ ἐμβρύου ἀφ’ ἑνός, καὶ τῆς φυσικῆς διαλύσεως τοῦ σώματος μετὰ τὴν ταφὴ ἀφ’ ἑτέρου. Αὐτὲς βασιζόταν στὶς ἰατρικὲς γνώσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ δὲν τὶς υἱοθετεῖ ὁ Συμεών, ποὺ ὀρθῶς προτιμᾶ «πνευματικῶς νοεῖν πάντα καὶ θείως καὶ μὴ ἐκ τῶν αἰσθητῶν συνιστᾶν τὰ τῆς Ἐκκλησίας» (Διάλογος, κέφ. 371).
Ἕνα πάντως εἶναι σημαντικό, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διατήρησε προχριστιανικὰ ἤθη ποὺ δὲν ἀντέλεγαν στὴ διδασκαλία της, ἔδωσε σ’ αὐτὰ νέο χριστιανικὸ νόημα καὶ τροποποίησε μερικὰ γιὰ θεολογικοὺς λόγους. Ἔτσι ἐνεργεῖ ὅταν μεταθέτει τὰ τριακοστὰ στὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα, ἐμφανῶς ἀπὸ ἰουδαϊκὴ ἐπὶδραση καὶ ἀπὸ συσχετισμὸ πρὸς τὴν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Ἔτσι τελεῖ καὶ τὰ ἐνιαύσια, ὄχι, κατὰ τὴν ἄνευ σημασίας ἡμέρα τῆς φυσικῆς γεννήσεως τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἐν Χριστῷ γεννήσεως καὶ τελειώσεως καὶ εἰσόδου στὴν ἀληθινὴ ζωή, τὴν ἡμέρα δηλαδὴ τῆς «κοιμήσεως» τῶν πιστῶν, τὴν «γενέθλιο ἡμέρα» τους. Δὲν ἐπιδίδεται σὲ ἀνούσιους καὶ ἀνωφελεῖς πολέμους καὶ σκιαμαχίες, ἀλλὰ ἀναπλάθει ἐν Χριστῷ τὸν κόσμο. Πολὺ σοφὴ τακτική.

Ἀπὸ τὰ σωζόμενα τυπικὰ διαφόρων Μονῶν μαθαίνομε τὰ νεκρικὰ ἔθιμα ποὺ τηροῦνταν στὰ μοναστήρια καὶ προφανῶς καὶ στὶς κατὰ κόσμον ἐκκλησίες. Ἐπὶ τὶς σαράντα πρῶτες ἡμέρες ἐγίνετο καθημερινῶς κατὰ τὶς ἀκολουθίες τοῦ ἑσπερινοῦ καὶ τοῦ ὄρθρου εἰδικὴ δέηση ὑπὲρ τοῦ κοιμηθέντος καὶ προσεφέρετο ὑπὲρ αὐτοῦ ἡ ἀναίμακτος θυσία. Στὴν ἰδιαιτέρως μεγάλη σπουδαιότητα τῆς τελέσεως τῆς θείας εὐχαριστίας ὑπὲρ τοῦ κεκοιμημένου, τῆς μνημονεύσεώς του κατ’ αὐτὴν καὶ τῆς ὠφελείας του ἀπὸ αὐτὴν ἀναφέρονται οἱ πατέρες ἀπὸ τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων (Δ’ αἰών), ποὺ τονίζει ὅτι «μεγίστην ὤνησιν»( μεγάλη ὠφέλεια) εὑρίσκουν οἱ ψυχὲς «ὑπὲρ ὧν ἡ δέησις προσφέρεται τῆς ἁγίας καὶ φρικωδέστατης προκειμένης θυσίας» (Μυσταγωγικὴ Κατήχησις Ε’9), μέχρι καὶ τοῦ ἁγίου Συμεὼν Θεσσαλονίκης (ΙΕ’ αἰών).
Ὁ τελευταῖος συνδυάζει τὴν παραδοσιακὴ περὶ λειτουργίας θεολογία, εἰδικότερα στὴν ἐκ τῆς μνημονεύσεως τῶν κεκοιμημένων κατὰ τὴν ἐξαγωγὴ τῶν μερίδων στὴν πρόθεση ὠφέλεια, γιατί μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν διὰ τῆς μερίδος τους στὸ δισκάριο μετέχουν μυστηριωδῶς καὶ ἀοράτως τῆς χάριτος, κοινωνοῦν, παρακαλοῦνται, σώζονται καὶ εὐφραίνονται ἐν Χριστῷ (Διάλογος, κεφ. 373). Ἂν ἀπέθνησκε κάποιος κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς ἢ ἡ περίοδος τῶν σαράντα λειτουργιῶν ἐνέπιπτε μερικῶς μέσα σ’ αὐτή, ἐγίνετο μία εὔλογη διευθέτηση. Τὰ τρίτα ἐτελοῦντο τὸ πρῶτο Σάββατο, τὰ ἔνατα τὸ δεύτερο καὶ τὸ σαρανταλείτουργο ἄρχιζε ἀπὸ τὴ Δευτέρα μετὰ τοῦ Θωμᾶ. Ἡ διάταξη αὐτὴ εἶναι πολλαπλῶς σημαντικὴ καὶ θὰ ἐπανέλθουμε στὸ δεύτερο μέρος τῆς εἰσηγήσεως.
Ἂς κρατήσουμε τὸ βασικό της δίδαγμα ὅτι τὸ κυρίως μνημόσυνο τοῦ κεκοιμημένου γίνεται διὰ τῆς θείας λειτουργίας ἤ, μὲ ἄλλους λόγους, ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἀκολουθία τοῦ μνημοσύνου εἶναι συνδεδεμένη ἀρρήκτως μὲ τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας, ὅπως εἴδαμε παλαιότερα γιὰ τὸ βάπτισμα, τὸν γάμο, τὸ εὐχέλαιο κ.λπ.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀτομικὰ μνημόσυνα ποὺ γίνονται κατὰ τὴν τρίτη, ἐνάτη, τεσσαρακοστὴ ἀπὸ τὴν ἀπὸ τῆς κοιμήσεως ἡμέρα καὶ κατὰ τὴν κατ’ ἔτος μνήμη τοῦ θανάτου τοῦ κεκοιμημένου, ἡ Ἐκκλησία ἔχει εἰσαγάγει σ’ ὅλες τὶς ἀκολουθίες τῆς δεήσεις ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν καὶ μακαρίας μνήμης τῶν προκεκοιμημένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν μας, δηλαδὴ γενικῶν δεήσεων ἢ καὶ εὐχῶν, ποὺ μποροῦν νὰ ἐξειδικευθοῦν μὲ τὴν μνημόνευση ὀνομάτων. Ἔτσι ἔχουμε τὶς ἐκτενεῖς τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ ὄρθρου καὶ τῆς θείας λειτουργίας (« Ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός… Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ μακαρίας μνήμης καὶ αἰωνίου ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν…»), τὴν ἀκολουθία τῆς προσκομιδῆς καὶ τὰ μετὰ τὸν καθαγιασμὸ δίπτυχα τῆς θείας λειτουργίας, τὸ «Εὐξώμεθα» τοῦ μεσονυκτικοῦ καὶ τοῦ ἀποδείπνου, τὸ νεκρώσιμο τροπάριο στὴν τριθέκτη καὶ ἰδιαιτέρως τὸ δεύτερο μέρος τοῦ καθημέραν μεσονυκτικοῦ, ποὺ στὶς πηγὲς χαρακτὴρίζεται «τρισάγιον ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων» καὶ περιλαμβάνει δύο ψαλμοὺς (τὸν ρκ’ καὶ ρλγ’), τρισάγιο κ,λπ., τρία νεκρώσιμα τροπάρια («Μνήσθητι, Κύριε, ὡς ἀγαθός…» κ,λπ.) καὶ θεοτοκίο καὶ τὴν νεκρώσιμο εὐχὴ («Μνήσθητι, Κύριε, τῶν ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως…»).

Στοὺς κεκοιμημένους καὶ στὶς ὑπὲρ αὐτῶν δεήσεις εἶναι ἀφιερωμένα ὅλα τὰ Σάββατα τοῦ ἔτους. Κατ’ αὐτὰ ψάλλονται νεκρώσιμα τροπάρια καὶ κανὼν κατὰ τὸν ἦχον τῆς ἑβδομάδος, τελοῦνται δὲ κανονικῶς καὶ τὰ μνημόσυνα. Ἑξαιρέτως δὲ δύο Σάββατα κατ’ ἔτος, τὸ Σάββατον πρὸ τῆς Ἀπόκρεω καὶ τὸ Σάββατον πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι ἡμέρες κοινῶν καὶ πανδήμων μνημοσυνῶν ἀφοῦ κατ’ αὐτὰ «μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κεκοιμημένων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, πατέρων καὶ ἀδελφῶν». Ἡ ἐπιλογὴ τοῦ Σαββάτου ὡς νεκρωσίμου ἡμέρας ὀφείλεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν στὸν χαρακτηρισμό της στὴν Γένεση ὡς ἡμέρας «καταπαύσεως» ἀπὸ τῶν ἔργων τοῦ δημιουργοῦ του κόσμου Θεοῦ (Γεν. β’2), ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν κατὰ τὸ Σάββατο ἐκεῖνο τῆς ἑβδομάδος τῶν ἁγίων παθῶν «σαββατισμὸ» τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν τάφο. Ἀνάλογες νεκρώσιμες ἑορτὲς κατ’ ἔτος ὑπῆρχαν καὶ στὸν προχριστιανικὸ κόσμο ποὺ ἀντικατεστάθησαν ἀπὸ τὰ κοινὰ μνημόσυνα τῶν δύο Ψυχοσαββάτων. Στὸ Σάββατο πρὸ τῆς Ἀπόκρεω μεταξὺ ς’ καὶ ζ΄ ὠδῆς τοῦ κανόνος τοῦ ὄρθρου ὑπάρχει θαυμάσιο Συναξάριο γραμμένο ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο, στὸ ὁποῖο ἀναλύεται ἡ περὶ τῆς μετὰ θάνατον ζωῆς διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ διεξοδικῶς ἐκτίθενται τὰ περὶ μνημοσυνῶν καὶ τῆς ἐξ αὐτῶν ὠφελείας τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων.

Τελετουργικὰ Θέματα τ. Γ΄, Ἔκδ. Ἀποστ.Διακονίας, 2007

Εκ του ορθοδόξου ιστολογίου του Ιερού Ναού Αγίας Ζώνης Πατησίων agiazoni.gr

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019

ΑΡΚΕΙ Ο ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΣΤΗΝ ΙΕΡΩΣΥΝΗ;


π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ

           
Είναι, πράγματι, πολύ ευχάριστη έκπληξη η πληροφορία για την είσοδο στην Ιερωσύνη Ανδρών διαφόρων επαγγελμάτων η συνταξιούχων, σε εποχή μάλιστα, που η υπάρχουσα νομοθεσία οδηγεί σε μείωση του αριθμού των Κληρικών μας και κατά συνέπεια σε παρακώλυση του ποιμαντικού έργου της Εκκλησίας μας. Όπως όμως είναι γνωστό, η είσοδος στην Ιερωσύνη έχει συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αρκεί να μελετήσει κάποιος τους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας μας (βλ. λ.χ. Παναγιώτης Ι. Μπούμης, Κανονικόν Δίκαιον, εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ, Αθήνα 2002, σ. 157 επ.), και τα υπό των Οικουμενικών μας Συνόδων οριζόμενα. Εγείρεται, συνεπώς, το ερώτημα: Στίς σημερινές χειροτονίες υπάρχουν πάντα οι ορθοδοξοπατερικές προϋποθέσεις; Η ιερατική μας όμως πείρα μας έχει πείσει, ότι δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο της παραθεωρήσεως των οριζομένων από τους Ιερούς Κανόνες ως προς τα κωλύματα της Ιερωσύνης (π.χ. σαρκικά αμαρτήματα μετά το βάπτισμα, ακόμη και με τη μνηστή πρό της τελέσεως του γάμου, μοιχεία κατά τον έγγαμο βίο, διγαμία, κάποιο σοβαρό αδίκημα τιμωρούμενο από την Πολιτεία κ.λπ.). Ελλοχεύει, συνεπώς, πάντα ο κίνδυνος αντικανονικών χειροτονιών λόγω ανεδαφικού ενθουσιασμού ή και αγνοίας, κάτι που βαρύνει όχι μόνο τον χειροτονούμενο, αλλά και τον χειροτονούντα.

            Όπως ήδη ο  Απ. Παύλος μας έχει διδάξει (Α’ Κορ. 12, 27/28 – Εφ. 4, 11 – 14), ο Κληρικός προέρχεται από τους φορείς αγιοπνευματικών χαρισμάτων και είναι Πνευματοφόρος-Πνευματικός (Α’ Κορ. 2,15), με ενεργό μέσα του την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Το ιερατικό αξίωμα δεν εξαντλείται στην πράξη της χειροτονίας, αλλά συναρτάται με τις εσωτερικές –καρδιακές προϋπεθέσεις του χειροτονημένου. Στην αρχαία Εκκλησία και τη φυσική συνέχεια της, την Ορθοδοξία, δεν υπάρχει η νομική-υπαλληλική αντίληψη για την ιερωσύνη, όπως στη Δύση, αλλά η μυστηριακή και χαρισματική. Εφ’όσον ορθόδοξα το έργο του Κληρικού είναι θεραπευτικό της ψυχής των πιστών, πρέπει οι ίδιοι να είναι θεραπευμένοι, για να θεραπεύουν τους άλλους (πρβλ. τον λόγο του Χριστού μας: «Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν πρώτον». Λουκ. 4, 23). Δεν αρκεί οι εισερχόμένοι εις τον Κλήρο να είναι απλώς «ηθικοί» η πεπαιδευμένοι, αλλά να διαθέτουν το εν Χριστώ ήθος, ως καρπό του «ενοικούντος» μέσα τους (Ρωμ. 8, 11) Αγίου Πνεύματος (Γαλ. 5, 22), και την «παιδείαν Κυρίου» (Εφ. 6,4).  

            Θεραπεύει, συνεπώς τους άλλους, ο έχων την ψυχική κάθαρση και θεραπεία. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος συνοψίζει την σχετική πατερική διδασκαλία: «Ο διάκονος, αφού έχει έργο να καθάρει τον λαό του Κυρίου από τα πάθη, απαραίτητη προϋπόθεση για να χειροτονηθή είναι να βρίσκεται στο στό στάδιο της καθάρσεως... Ο πρεσβύτερος, αφού έργο έχει να φωτίζει τους άλλους..., πρέπει να βρίσκεται στο στάδιο του φωτισμού του νού..., να έχει δηλαδή αδιάλειπτη μνήμη Θεού δια της ευχής... Ο επίσκοπος, αφού βασικό του έργο είναι να τελειοί τον λαό δια των λόγων της θεολογίας, πρέπει να βιώνει την μυστική θεολογία, να ζεί την κοινωνία με τον Θεό...» (Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία..., Έδεσσα 1986, σ. 69). Όταν τα ανέφερα αυτά σε κάποια διάλεξη μου, κάποιος Κληρικός μου είπε: Πού να τα βρούμε αυτά σήμερα, παπα-Γιώργη!  Και απήντησα, Γι’αυτό και βρισκόμαστε στην τραγική κατάσταση, στην οποία εφθάσαμε. Γι’αυτό έλεγε ο αείμνηστος π. Ι. Ρωμανίδης, πρώτος μας διδάσκαλος σ’αυτά: «Στη θέση των καθηγητών στο (Πνευματικό) Νοσοκομείο της Εκκλησίας βρέθηκαν κάποια στιγμή της ιστορίας μας απλοί νοσοκόμοι». Και μακάρι να ισχύει και αυτό...

            Κατά τον άγιο Ι. Χρυσόστομο ο Κληρικός πρέπει να έχει μεγαλύτερο (πνευματικό) οπλισμό από τους ερημίτες και κατά τον Μ. Βασίλειο να είναι «ακτίνος ηλίου καθαρώτερος». Για τον Κληρικό, δηλαδή, δεν ισχύει το κοινώς λεγόμενο: «Άνθρωπος είναι και αυτός». Και κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, δεν πρέπει να προχωρεί κάποιος στην χειροτονία, αν προηγουμένως δεν έγινε «ναός Θεού ζώντος και ζών κατοικητήριον Χριστού εν Πνεύματι». Σ’αυτή τη θεώρηση της Ιερωσύνης συγκλίνουν όλοι οι Άγιοι μας. Γι’αυτό, άλλωστε, ο Απ. Παύλος (Α’ Τιμ. 5, 22) λέγει στον Τιμόθεο, τον μαθητή του: «Μηδενί χείρας ταχέως επιτίθει, μηδέ κοινώνει αμαρτίαις αλλοτρίαις» (Να μη βάζεις γρήγορα τα χέρια σου σε κανένα, για να τον χειροτονήσεις, ούτε να γίνεσαι συμμέτοχος και συνυπεύθυνος σε ξένες αμαρτίες».) Φοβερός ο λόγος για τους χειροτονούντες...

            Και οι αθέμιτες χειροτονίες; Δεν υπάρχουν αθέμιτες χειροτονίες; Και βέβαια υπάρχουν, αλλά κατά τον Ι. Χρυσόστομο: «Ουκ από της θείας γίνονται χάριτος, αλλά και από της των ανθρώπων σπουδής» (επιπολαιότητας, θα λέγαμε). Προσθέτει όμως: «Πάντας ο Θεός ου χειροτονεί, δια πάντων δε ενεργεί» (PG. 62, 610). Η Ιερωσύνη είναι του Χριστού και μέσω αυτής ενεργεί ο ίδιος ο Χριστός. Όπως σ’όλα τα Μυστήρια, έτσι και σ’αυτό της Ιερωσύνης, ο χειροτονών επίσκοπος «δανείζει» τα χέρια του, για να χειροτονήσει ο ίδιος ο Χριστός. Η Ιερωσύνη, ο Χριστός δηλαδή, μεταβάλλει τον άρτο και τον οίνο σε Σώμα και Αίμα Χριστού και όχι εμείς οι Κληρικοί και γι’αυτό η μεταβολή δεν εξαρτάται από την ηθική αξία η απαξία μας. Αν όμως «αναξίως» φέρουμε την Ιερωσύνη και την μολύνουμε με τη ζωή μας, αγιάζονται μεν τα δώρα, αλλ’εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να αγιασθούμε από αυτά, όπως λέγει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας (Ορθοδ. Ψυχοθερ., σ. 75).

            Οι παρεκκλίσεις, συνεπώς, στους φορείς της Ιερωσύνης επιβεβαιώνουν την μη τήρηση των ιερών κανόνων και την απουσία αγιοπνευματικών προϋποθέσεων για την χειροτονία. Αυτά επισημαίνονται ήδη από τον άγιο Ισίδωρο Πηλουσιώτη (4-5ος αι.): «Μεταπεπτωκέναι-λέγει-έδοξε το αξίωμα από ιερωσύνης εις τυραννίδα από ταπεινοφροσύνης εις υπερηφανείαν• από νηστείας, εις τρυφήν από οικονομίας (δηλ. ποιμαντικής φροντίδας) εις δεσποτείαν» (εξουσία). Επισημαίνει όμως και την νόθευση των κινήτρων προς την Ιερωσύνη: «Πάλαι μεν, οι φιλάρετοι προς την ιερωσύνην προήγοντο, νυν δε οι φιλάργυροι. Τότε, οι το πράγμα φεύγοντες δια το μέγεθος της αρχής (του αξιώματος), νυν δε οι τούτο επιτρέχοντες (επιδιώκοντες) μεθ’ηδονής... Τότε οι τύπτεσθαι, νυν δε οι τύπτειν έτοιμοι» (Τότε οι έτοιμοι να κτυπηθούν, τώρα όμως οι εκείνοι, που είναι έτοιμοι να κτυπήσουν τους άλλους. Βλ. αγ. Νικοδ. Αγιορ., Ερμηνεία εις τας Επιστολάς, τ. Γ’, σ.112/113. Όρθοδ. Ψυχοθερ. σ. 73).

            Δίκαια, συνεπώς, επισημαίνει ο ι. Χρυσόστομος: «Ουκ οίμαι είναι πολλούς εν τοις ιερεύσι τους σωζομένους, αλλά πολλώ πλείους τους απολλυμένους» (PG. 60, 39). Η ιερωσύνη είναι δυνατόν, αν δεν έχει τις κατά Χριστόν προϋποθέσεις, να οδηγήσει όχι στη σωτηρία, αλλά στην αιώνια απώλεια τον χειροτονούμενο. Πόσον μάλλον δε, όταν παραμερίζονται τα διάφορα κωλύματα, με χίλιες προφάσεις, δια να καλυφθούν τα υπάρχοντα υπηρεσιακά σε μια Μητρόπολη κενά. Έχει όμως πολύ ορθά επισημανθεί από μεγάλο Πνευματικό, ότι η Ιερωσύνη δεν καλύπτει τα πάθη μας, αλλά μάλλον τα αποκαλύπτει... Κάθε αμαρτωλός έχει δεδομένη από τον Αρχηγό της Πίστεως μας την δυνατότητα να καθαρισθεί από τα πάθη του δια της μετανοίας και να σωθεί. Κληρικός όμως, αν υπάρχουν κωλύματα, έστω και να τα εξομολογηθεί, δεν μπορεί να γίνει.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

Σοφές συμβουλές προς όλους… (Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)



Το να γνωρίζουμε την πονηρία των ανθρώπων, δηλαδή το κακό που κάνουν οι άλλοι, μικρό ή μεγάλο, μας αλλοιώνει την λογική, μας εξασθενίζει τις δυνάμεις μας, διότι δεν συμμαρτυρεί με τον Θεό. Τελικά έχουμε αδιαλείπτως έναν πειρασμό μπροστά μας.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να θέλουμε να μαθαίνουμε, να γνωρίζουμε τί κάνει ο άλλος. Αν έρθουν αν μου μιλήσουν για άλλους, θα τους κλείσω το στόμα ή θα σηκωθώ να φύγω. Και αν κάποιος έρθει να μου πει τον πόνο του, θα του πω, δεν έχεις Γέροντα; στον Γέροντά σου να μιλήσεις. Και αν μου απαντήσει ότι δεν έχει, θα του πω: Να βρεις! Εγώ δεν είμαι Πνευματικός…πήγαινε να βρεις έναν Πνευματικό που θα μπορεί να σε παρακολουθεί. Ξέφυγε δηλαδή εσύ την αμαρτία του άλλου. Όσο μένεις άτρωτος από τα κακά του άλλου, τον βοηθάς.

Διότι , μόλις ο άλλος σου πει κάτι κακό, αμέσως ξεπέφτει στα μάτια σου και μειώνεται η αγάπη σου, όσο και αν νομίζεις ότι τον βοηθάς. Έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Καταστρέφεται όλως διόλου η αγάπη μας και προς τον Θεόν και προς τους ανθρώπους, εφ’ όσον αναμειγνυόμεθα στην ιδιωτική ζωή τους. Αυτή είναι υπόθεση μόνο του αρμοδίου προσώπου και ποτέ εμού του μοναχού ή λαϊκού.

Το να αγαθοποιώ όσους με κακοποιούν, με οδηγεί στην ειρήνη. Διότι όλοι οι άνθρωποι τελικώς μας βάζουν προσκόμματα. Με έναν λόγο, με ένα βλέμμα, με το περπάτημά τους, με την χαρά τους, με την λύπη τους, παρεμβαίνουν στην πορεία μας. γι’ αυτό χρειάζεται φόβος και τρόμος, μην τυχόν και αντιδράσωμε στα προσκόμματα που μας βάζουν και διασαλευθή η ειρήνη του νου και της καρδιάς μας, μήπως δηλαδή προκαλέσωμε τον χωρισμό από τον Θεόν. Χρειάζεται φόβος και τρόμος, μην τυχόν και περιφρονήσω τον αδελφό μου, μην τυχόν νομίζω ότι αυτός είναι υπεύθυνος για τις συμφορές μου, διότι αυτό είναι ξεπεσμός μου από τον Θεόν. Ο άγιος Ισαάκ τονίζει: «Ουδέποτε φταίει ο άλλος για κάποιο παράπτωμα, πάντοτε φταις εσύ». Δεν σου φταίει ο άλλος επειδή εσύ κουράσθηκες, αμάρτησες, δυσπίστησες, αλλοιώθηκες. Βλέπεις κάποιον να τρώη με τα χέρια του και αγανακτείς. Αυτό δείχνει σαφώς ότι δεν άρχισες ακόμη την πνευματική σου ζωή. Η άσκησίς σου είναι στα προοίμια.

Για να μπορέσης να ξεπεράσης αυτούς του σκοπέλους, να αγαθοποιής όποιον σε κακοποιεί. Σκόρπα, όσο μπορείς, αγαθότητα. Είσαι στον κόσμο; Μπορείς να του βρεις δουλεία. Είναι στο μοναστήρι; Εάν σε καταρασθή, να τον ευλογήσης, εάν σε χτυπήση από την δεξιά σιαγώνα, να του πης, χτύπα με και από την άλλη. Δείξε την αγάπη σου, ανάλογα με το πώς σου ανοίγει δρόμο ο ίδιος ο Θεός.

Όμως διαρκώς συμβαίνουν στην ζωή μας απρόοπτα. Έρχεσαι στο μοναστήρι για να βρης πνευματική ζωή, και συναντάς κακούς. Είναι απρόοπτο. Ζητάς κελλί από την πλευρά του μοναστηριού που δεν έχει υγρασία, το αποκτάς, διαπιστώνει όμως ότι η θάλασσα σου προκαλεί αλλεργία, οπότε δεν μπορείς να χαρής ούτε την ημέρα ούτε την νύχτα. Αμέσως θα σου πη ο λογισμός, σήκω να φύγης. Είναι απρόοπτο. Σε πλησιάζω με την ιδέα ότι είσαι καλός άνθρωπος και βλέπω ότι είσαι ανάποδος. Απρόοπτο.

Παρουσιάζονται συνεχώς απρόοπτα ενώπιόν μας, διότι έχομε θέλημα και επιθυμίες. Τα απρόοπτα είναι αντίθετα προς το θέλημα και την επιθυμία μας, γι’ αυτό και μας φαίνονται απρόοπτα, στην ουσία όμως δεν είναι. Διότι άνθρωπος που αγαπά τον Θεόν προσδοκά τα πάντα και λέγει πάντοτε «γενηθήτω το θέλημά σου». Θα έρθη βροχή, λαίλαπα, χαλάζι, κεραυνός; « Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον». Επειδή αυτά κοστίζουν στην σαρκικότητά μας, γι’ αυτό εμείς τα βλέπομε ως απρόοπτα.

Για να μην ταράσσεσαι λοιπόν κάθε φορά και στεναχωριέσαι, για να μην αγωνιάς και προβληματίζεσαι, να τα περιμένης όλα, να μπορής να υπομένης ό,τι έρχεται. Πάντα  να λες, καλώς ήλθες αρρώστια, καλώς ήλθες αποτυχία, καλώς ήλθες μαρτύριο. Αυτό φέρνει την πραότητα, άνευ της οποίας δεν μπορεί να υπάρχη καμία πνευματική ζωή.

Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2018

Η Παιδαγωγική του Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου




Ο Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος φιλοξενούμενος στη Ραδιοφωνική εκπομπή «Είπε Γέρων», στο ραδιοφωνικό σταθμό «Ο Λόγος» (05/02/2014), συνομιλεί με τον π. Μιχαήλ Ευθυμίου κι αναφέρεται στις παιδαγωγικές νουθεσίες που έδινε στους γονείς ο όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης , ως προς τη σχέση του ζεύγους με το παιδί κατά τη διάρκεια τη σύλληψης, της κυοφορίας, της γέννησης και του αναθρέμματός του στα πρώτα χρόνια της ζωής του.

Πηγή: Rum Orthodox