Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018

Άγιος Νίκων ο Μετανοείτε (26 Νοεμβρίου)


http://www.immspartis.gr

Ο Όσιος Νίκων γεννήθηκε σε ένα χωριό του Πόντου, κοντά στην Τραπεζούντα στις αρχές του 10ου μ.Χ. αιώνος. Ήταν γόνος επιφανών και ευσεβεστάτων γονέων και από μικρός ήταν αφοσιωμένος στα θεία με όλη του τη ψυχή, ακολουθώντας το παράδειγμα των γονέων του. Σαν παιδί περιφρονούσε τις διασκεδάσεις, τους χορούς και γενικά τις κοσμικές τέρψεις της εποχής του και ζούσε βίο εγκρατή επιθυμώντας να αφιερωθεί στο Θεό. Ο πατέρας του ήταν πολύ πλούσιος γαιοκτήμονας και θα μπορούσε να εξασφαλίσει στο γιο του όλα τα μέσα για μια άνετη ζωή. Πλην όμως ο μικρός Νικήτας – έτσι ήταν το όνομα του Αγίου πριν γίνει μοναχός – θεωρούσε ως μάταια και απατηλά τα αγαθά του παρόντος κόσμου και επιθυμούσε την κατάκτηση της αιωνιότητος και της σωτηρίας, ψάχνοντας για την κατάλληλη ευκαιρία.

Μια ημέρα, λοιπόν, ο πατέρας του τον έστειλε να επισκεφθεί την αγροτική περιουσία του. Η αφθονία των κτημάτων όμως δεν προξένησε καμιά ευχαρίστηση στην ψυχή του, αλλά αντίθετα η αθλιότητα την οποία παρατήρησε στους φτωχούς εργάτες, γέννησε μέσα στην ψυχή του ένα αίσθημα συμπαθείας μεν προς τους φτωχούς καλλιεργητές, και αποστροφής από την άλλη προς τη ζωή, του κόσμου και της ύλης. Έτσι, εγκατέλειψε τα πλούτη, την οικογένειά του, την πατρίδα του, ακολούθησε δύσβατους δρόμους και έφτασε στο μοναστήρι της Χρυσής Πέτρας. Εκεί έλαβε το αγγελικό σχήμα του μοναχού και από Νικήτας ονομάστηκε Νίκωνας. Στη μονή ο Νίκων προόδευε συνεχώς πνευματικά, τόσο με την προσευχή και τη μελέτη, όσο και με την εργασία και την εγκράτεια. Η παραμονή του όμως δεν διάρκεσε πάνω από 12 χρόνια. Οι αναζητήσεις του πατέρα του τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει το μοναστήρι και να διαμείνει για τρία ολόκληρα χρόνια σε τόπους έρημους και άγνωστους.

Στη συνέχεια ο Όσιος Νίκων αναλαμβάνει ιεραποστολική δράση, γίνεται μέγας κήρυκας του ευαγγελίου και συνισταμένη του κηρύγματός του είναι η μετάνοια. Σαν άλλος, λοιπόν, Ιωάννης Πρόδρομος, κήρυττε στα πλήθη και τους ζητούσε να μετανοήσουν. Γι” αυτό ακριβώς έλαβε και την προσωνυμία Νίκων «ο Μετανοείτε».

Ο Νίκων, αφού περιήλθε πολλές χώρες της Ανατολής, έφθασε στη νήσο Κρήτη, όπου παρέμεινε επτά (7) χρόνια και κατόρθωσε να οδηγήσει πολλούς από τους κατοίκους του νησιού στην αληθινή χριστιανική πίστη, ενώ έχτισε ναούς και εγκατέστησε ιερείς. Από την Κρήτη ο Όσιος πήγε στην Επίδαυρο της Αργολίδος και κατόπιν στην Αθήνα, όπου έτυχε καλής υποδοχής. Μετά πήγε στην Εύβοια, όπου έκανε πολλά θαύματα. Κατόπιν μετέβη στη Θήβα και από εκεί στο κύριο μέρος της δράσης του την Πελοπόννησο. Πέρασε από την Κόρινθο, το Άργος, το Ναύπλιο, πήγε στη Σπάρτη όπου έχτισε δύο ναούς και κατόπιν μετέβη στη Μάνη, Καλαμάτα, Κορώνη, Μεθώνη και Μεσσήνη. Μετά κατευθύνθηκε προς την Αρκαδία, όπου κήρυξε για αρκετό καιρό και τελικά εγκαταστάθηκε στην πόλη των Λακώνων, στη Σπάρτη.

Στη Σπάρτη ο Όσιος ανέπτυξε αξιόλογη δράση, ενώ την απήλλαξε και από τη μάστιγα των Ισραηλιτών, που με την άσχημη διαγωγή τους επηρέαζαν τον πληθυσμό και αποτελούσαν εμπόδιο στην ηθικοπλαστική προσπάθεια που έκανε ο Νίκων. Επίσης έκανε και θαύματα. Υπάρχουν πολλές πληροφορίες σχετικά με την ίαση ασθενών που πήγαιναν σ” αυτόν ή που πήγαινε ο ίδιος σ” αυτούς, ενώ τα θαύματα συνεχίζονται και μετά τον θάνατό του, που τοποθετείτε το 998 μ.Χ..

 

Ο Όσιος Νίκων «ο Μετανοείτε», είναι ο πολιούχος και προστάτης της πόλεως της Σπάρτης και η μνήμη του τιμάται με ιδιαίτερες τιμές από την τοπική μας Εκκλησία, στις 26 Νοεμβρίου.

 

 

Ἀπολυτίκιον  Ὁσίου Νίκωνος

Ἦχος γ”  -  Θείας Πίστεως

Χαίρει ἔχουσα ἡ Λακεδαίμων, θείαν λάρνακα, τῶν σῶν λειψάνων, ἀναβρύουσαν πηγὰς τῶν ἰάσεων, καὶ διασώζουσαν πάντας ἐκ θλίψεων, τοὺς σοὶ προστρέχοντας Πάτερ ἐκ πίστεως. Νίκων Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2018

Τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, Ὁμιλία τοῦ π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018
Τα Εισόδια, τα ΕΙΣΟΔΙΑ (και τα εξόδια)
Τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου
Ὁμιλία τοῦ π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
 
ΤA ΠΕΡΙΤΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΑΓΚΑΙΟ
«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42)

Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἀγαπητοί μου, νὰ κάνετε ὑπομονὴ ν᾽ ἀκούσετε λίγα λόγια ἀ­πὸ ἕνα γέροντα ἐπίσκοπο σὲ πολὺ ἁπλῆ γλῶσ­σα, ἀλλ᾽ ἀπὸ μιὰ καρδιὰ ποὺ πιστεύει στὸ Θεό.
* * *
Ποιός ἑορτάζει; Δὲν ἑ­ορτάζει ἕνας ἅγιος ἀ­­πὸ τοὺς γνωστοὺς ἢ ἕνας ἀσκητὴς τοῦ Ἁ­γίου Ὄ­ρους ἢ ἕνας μάρτυρας καὶ ὁμολογη­τὴς τῆς πίστεώς μας, οὔτε ἕνας προ­φήτης ὅπως ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, οὔτε ἕνας πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἑορτάζουν ἄγγελοι καὶ ἀρ­χάγγελοι. Παραπάνω ἀπὸ ἀσκητάς, ὁμολογητάς, προφῆτες, ἀγγέλους καὶ ἀρ­χαγγέλους εἶ­νε ἕνα ἄλλο πρόσωπο. Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἁγία Τριάδα εἶνε ἡ Παναγία μας. Αὐ­τὴ εἶνε ἡ Παν­τάνασσα, ἡ Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, αὐτὴ εἶνε ἡ γλυκειὰ μά­να μας. Ἂς μὴν πιστεύ­ουν οἱ χιλιασταὶ καὶ οἱ προτεστάντες· ἐ­μεῖς οἱ ὀρθόδοξοι ἀγαποῦ­με τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο ὡς μητέρα τοῦ κόσμου ὅλου, καὶ τὴν παρακα­λοῦμε μέρα – νύχτα νὰ ἐλεή­σῃ τὸ ἔθνος μας.

Ἑορτάζει σήμερα ἡ Παναγία μας. Καὶ ὅπως ὅταν ἑορτάζει ἡ μάνα μας χαιρόμεθα καὶ εὐ­χόμεθα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρ­­διᾶς, ἔτσι σήμερα ποὺ ἑορτάζει ἡ Μάνα ὅ­λου τοῦ κόσμου, καὶ ἰ­διαιτέρως τῆς πονεμένης καὶ μαρ­τυρικῆς μας πατρίδος, ὑψώνουμε τὰ βλέμμα­τα στὸν οὐρα­νὸ καὶ παρακαλοῦμε τὴν Παναγία μας, γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, νὰ κάνῃ τὸ θαῦμα στὸν ταλαίπωρο κόσμο καὶ ἰδιαιτέρα στὴν πατρίδα μας.

Ἑορτάζει ἡ Παναγία μας. Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ λέγεται Εἰσόδια. Τί θὰ πῇ Εἰσόδια;
 
Σύμ­φωνα μὲ τὴν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν ἡ Παν­αγία μας ἔγινε τριῶν ἐτῶν, ἡ μη­τέρα της ἡ ἁγία Ἄννα τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι, τὴν πῆγε στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος, καὶ τὴν ἀ­φιέρωσε πιὰ στὸ Θεό. Ἐκεῖ λοιπόν, μέσα στὸ ἱερὸ κλίμα τῆς προσευχῆς, τῆς νηστείας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς μελέτης τῶν Γραφῶν, τὸ ἄν­θος αὐτὸ τὸ ὡραιό­­τατο, τὸ κρίνο τοῦ οὐρανοῦ, μεγάλωσε, γιὰ νὰ γίνῃ ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ἔμει­νε ἐκεῖ δώδεκα περίπου χρόνια ἕως ὅτου μνηστεύθηκε τὸν δίκαιο Ἰωσήφ· καὶ τότε στὴ Να­ζαρὲτ «Ἄγ­γε­λος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐ­πέμφθη εἰ­πεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ Χαῖρε…» (Ἀκάθ. ὕμν. Α).

Αὐτὸ εἶνε σύντομα τὸ ἱστορικὸ τῆς σημερι­νῆς ἡμέρας, ἡ εἴσοδος τῆς Παναγίας στὰ ἅγια τῶν ἁγίων. Ἐμεῖς τί διδασκόμεθα ἀπ᾽ ἐδῶ;
* * *
Ἔχουμε κ᾽ ἐμεῖς εἰσόδια, ἀγαπητοί μου. Ὅ­σοι μ᾽ ἀκοῦτε, ὅλοι ἔχετε εἰσόδια. Ὅπως ἑορτάζουμε τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτό­κου, ἔτσι καὶ ὅ­λοι, ἀπ᾽ τὸ μικρὸ παιδὶ μέχρι τὸ γέροντα, ἔχου­με τὰ εἰσόδιά μας, καὶ περιμένουμε τὰ ἐξόδια.
Ποιά εἶνε τὰ εἰσόδια; Ἡ εἴσοδος στὴν παροῦσα ζωή, ἡ εὐλογημένη ἡ­μέρα κατὰ τὴν ὁ­ποία οἱ γονεῖς μας μᾶς ἔφεραν στὸν κόσμο, ἡ ἡμέρα τῶν γενεθλίων μας.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ εἰσόδια αὐτὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλ­­λα ἀνώτερα, κι ἀλλοίμονο σὲ ὅποιον δὲν τὰ αἰσθάνεται. Εἶνε ἡ εἴσοδός μας στὴν Ἐκκλη­σία καὶ στὴ ζωὴ τῆς χάριτος. Τὸ νὰ γεννηθῇς εἶνε σπουδαῖο, ἀλλὰ πολὺ μεγαλύτερο εἶνε ἄλ­λο· ἡ ἡμέρα τοῦ βαπτίσματος. Ὅταν ἤμασταν βρέφη μᾶς πῆραν χέρια στοργικά, μᾶς πῆ­γαν στὴν ἐκ­κλησία καὶ μέσα στὸν Ἰορδάνη –διότι Ἰορδάνης εἶνε τὸ ἱερὸ βάπτισμα– «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁ­γίου Πνεύματος» πήραμε ὄνομα χριστιανικὸ καὶ ἀπὸ παιδιὰ τοῦ Ἄλφα καὶ τοῦ Βῆτα γίναμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.

Ἔχουμε λοιπὸν εἰσόδια φυσικὰ καὶ εἰσόδια πνευματικά. Γι᾽ αὐτὸ ἀπ᾽ τὴν ὥρα ποὺ γεννη­θή­καμε καὶ βαπτιστήκαμε μέχρις ὅτου κλείσουμε τὰ μάτια στὸ μάταιο κόσμο, πρέπει κα­τὰ τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ ζήσουμε κ᾽ ἐμεῖς ὅ­πως ἡ Παναγία καὶ οἱ ἅγιοι· νὰ ζήσουμε μιὰ ζωὴ ἀ­φιερωμένη στὸ Θεό. Τί θὰ πῇ αὐτό; τί θὰ πῇ ἀ­φιέρωμα; Ἔχεις στὸ σπίτι ἕνα ποτήρι χρυ­σὸ καὶ τὸ χρησιμοποιεῖς ὅπως θέλεις. Ἀλλ᾽ ἐ­ὰν τὸ πάρῃς, τὸ πᾷς στὸ ναὸ καὶ τὸ δωρίσῃς γιὰ νὰ χρησιμοποιῆται στὴν ἁγία τράπεζα, τελείωσε· ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη δὲν μπορεῖ πιὰ καν­εὶς νὰ τὸ μεταχειριστῇ διαφορετικά.

Γιά φανταστῆτε, νὰ ᾽ρθῇ μέσα στὴν ἐκκλησία ἕνας ἄπιστος – ἄθεος, νὰ πάρῃ ἀπὸ τὴν ἁ­γία τράπεζα τὸ δισκοπότηρο ποὺ κοινωνοῦ­με τὰ φρικτὰ μυστήρια καὶ νὰ τὸ κάνῃ κρασοπότη­ρο· νὰ πάρῃ τὴν κολυμβήθρα καὶ νὰ τὴν κάνῃ κοινὸ σκεῦος, ὅπως ἔγινε στὴν Κύπρο τὸ 1974 μὲ τὴν ἐπιδρομὴ τοῦ Ἀττίλα – Θεέ μου, πόσο μᾶς τιμωρεῖς! Ἀνατριχιάζεις καὶ νὰ τ᾽ ἀκοῦς.
Ἔτσι εἶνε ἁμαρτία καὶ κάτι ἄλλο. Διότι ὑ­πάρχει καὶ κάτι ἀνώτερο ἀπὸ τὸ δισκοπότηρο· εἶνε ἡ ὕπαρξί μας, ὡς ψυχὴ καὶ ὡς σῶμα. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βαπτίστηκες, δὲν ἔχεις πιὰ δικαίωμα νὰ διαθέτῃς τὸν ἑαυτό σου ὅπως θέλεις. Ποιός τὸ εἶπε; Δὲν μπορεῖς νὰ ζῇς κα­τὰ τὰ κέφια σου. Ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη τὰ μάτια σου, τὰ αὐτιά σου, τὰ χέρια σου, τὰ πόδια σου, ὁλόκληρος, εἶσαι ἱερὸ δισκοπότηρο, εἶ­σαι ἱερὸ κειμήλιο, ἀφιέρωμα, ναὸς τοῦ Θεοῦ· καὶ ἀλλοίμονο σ᾽ ἐκεῖνον ποὺ θὰ φθείρῃ τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ (βλ. Α΄ Κορ. 3,17). Αὐτὸ θὰ πῇ ζωὴ ἀφιερωμένη στὸ Θεό. Ποιός ἔχει τέτοια ζωή; Σήμερα δυστυχῶς πρέπει κ᾽ ἐμεῖς νὰ πενθήσουμε καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Δαυΐδ· «Σῶσόν με, Κύριε, ὅτι ἐκλέλοιπεν ὅσιος»· «οὐκ ἔστι ποι­ῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. 11,2· 13,1. ῾Ρωμ. 3,12).

–Μὰ πολὺ ὑπερβολικὰ τὰ λές. Δὲν βλέπεις ὅτι οἱ ἐκκλησίες γεμίζουν; Τόσοι ἐκκλησιάζον­ται, ἀκοῦνε λόγο Θεοῦ, κοινωνοῦν τὰ ἄχραν­τα μυστήρια. Πῶς λὲς «ἐκλέλοιπεν ὅσιος», «οὐκ ἔ­στι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός»;

Ἀπαντῶ. Εἴμαστε Χριστιανοὶ μέσα στὴν ἐκ­κλησία· μόλις βγοῦμε ἀπὸ τὴν πόρτα, τὰ λησμο­νοῦμε ὅλα, γινόμαστε ἀγνώ­ριστοι, παύουμε νὰ ἔχουμε σχέσι μὲ τὸ Χριστό· παπᾶδες καὶ δεσπο­τάδες, λαὸς μικροὶ – μεγάλοι, ὅλοι μας ἔχουμε τὸ Χριστὸ στὸ στόμα ἀλλὰ τὸ διάβολο στὴν καρδιά. Εἴμαστε ὑ­ποκριταὶ καὶ φαρισαῖοι.

Ἀκόμη καὶ οἱ λεγόμενοι θρησκευτικοὶ ἄν­θρωποι μπλέξαμε σ᾿ ἕνα δίχτυ τοῦ διαβόλου· καὶ τὸ μεγάλο αὐτὸ δίχτυ εἶνε ὁ ψεύτικος πολιτισμὸς τοῦ αἰῶνος μας, ποὺ ὀνομάζεται κατα­ναλωτικὴ κοινωνία· σύμφωνα μ᾽ αὐτήν, ὅποιος λαὸς ξοδεύει περισσότερα, αὐτὸς θεωρεῖ­ται πιὸ προηγμένος. Δὲν ζοῦμε πιὰ μιὰ ἁπλῆ ζωή.

Χθὲς τὸ βράδυ ἄνοιξα κάποιο βιβλίο· διάβαζα τὴ νύχτα καὶ ἔκλαψα. Τὸ 1829 – 30, ποὺ ἐλευ­θε­­ρώ­θηκε ὁ τόπος μας, μόλις ποὺ εἶχε ἔρθει ὁ Καπποδίστριας καὶ ὑψώθηκε ἡ ἑλληνικὴ σημαία, τὸ Ναύπλιο εἶχε μόνο τέσσερις χιλιάδες, ἀλλὰ πραγματικοὺς Χριστιανούς. Γινόταν λοι­πὸν ὁ γάμος δύο ὀρφανῶν· ὁ πατέρας τῆς νύφης εἶχε σκοτωθῆ στὸ Μανιάκι κι ὁ πατέρας τοῦ γαμπροῦ στὰ Δερβενάκια. Χαρὰ ἄδολη. Καὶ μέσ᾽ στὸ σπίτι τί; ἔπιπλα, καθρέφτες, πολυτέλεια; Τίποτα, οὔτε καρέκλα· μιὰ ψάθα, ψω­μὶ κρίθινο, λίγες ἐλιές, καὶ ἀγάπη ἀπέραν­τη! Ὦ Ἑλλάδα!

Τώρα; Μᾶς ἔφαγε ὁ καταναλωτισμός. Γέμι­σε ὁ τόπος κέντρα, καταστήματα, ἔπιπλα, καθρέφτες, ῥαδιόφωνα, τηλεοράσεις…· πράγμα­τα περιττά. Φύγαμε ἀπὸ τὶς λίγες πραγματι­κὲς ἀ­νάγκες καὶ πήγαμε στὰ περιττά. Στὴ γενεά μας, ποὺ πνίγεται στὸ ἄγχος τῶν περιτ­τῶν καὶ ἀχρή­στων πραγμάτων, ἁρμόζει νὰ λεχθῇ αὐτὸ ποὺ ἀ­κούσαμε σήμερα στὸ εὐαγγέλιο· «Μάρθα Μάρ­θα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41). Σβῆστε τὸ «Μάρθα» καὶ γράψτε «κόσμε»· «Κόσμε κόσμε, μεριμνᾷς καὶ τυρβά­ζ­ῃ περὶ πολλά, ἑνὸς δέ ἐστι χρεία». Σβῆστε τὸ «Μάρθα» καὶ γράψτε «Ἑλλάς». «Ἑλ­­­λὰς Ἑλλάς, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά, ἑνὸς δέ ἐστι χρεία». Σβῆστε τὸ «Μάρθα» καὶ γράψτε τὸν ἑαυτό σας· «Ψυχή μου ψυχή μου, με­ριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά, ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».
Ὁ χρόνος σπαταλᾶται σὲ διασκεδάσεις. Κά­ποτε τὰ νυχτερινὰ κέντρα ἦταν ἐλάχιστα. Τώρα, ὅπως πάνω στὴν κοπριὰ φυτρώνουν μανιτάρια, ἔτσι στὴ νέα Βαβυλῶνα φυτρώνουν χιλιάδες κέντρα διασκεδάσεως. Ἄλ­λος στὸ χαρτοπαίγνιο, ἄλλος στὴ μπάλλα, ἄλ­λος στὸν κινηματο­γράφο, ἄλλος στὴν τηλεόρασι. Χρόνος ὑπάρχει μόνο γιὰ τὸ διάβολο, γιὰ τὸ Χριστὸ τίποτα.
* * *
Ξέρετε πῶς μοιάζουμε; Κάποτε σὲ μιὰ πόλι τῆς Μακεδονίας εἶδα σ᾿ ἕνα κοττέτσι ἕναν ἀετό. Μοῦ φάνηκε σὰν μιὰ μεγάλη κόττα καὶ τρόμαξα· τόσο μεγάλη κόττα; Πλησιάζω, τί νὰ δῶ· ἦταν ἀετός. Στὸ κοττέτσι ἀετός; Τὸν εἶ­χαν πιάσει στὰ ψηλὰ βουνὰ τῆς Πίνδου, τοῦ ἔ­­κοψαν τὶς μεγάλες φτεροῦγες, καὶ τὸν ἔκαναν ὄρνιθα! Καὶ στενοχωριόταν ὁ ἀετός.
Ἡ Ἑλλὰς ἦταν ἀετὸς καὶ οἱ Ἕλληνες παιδιὰ τοῦ ἀετοῦ. Τώρα ἄπιστοι πολιτικοὶ τῆς ἔ­κοψαν τὰ φτερά· μασονία καὶ ἀπιστία ἔκαναν τὸν ἀετὸ τῆς Ἑλλάδος ἀξιολύπητο.
Δὲν σᾶς λέω περισσότερα. Σταματῶ. Εἶστε Ἕλληνες; εἶστε Χριστιανοί; εἶστε πιστὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας; Δὲν θ᾽ ἀφήσουμε τὴν Ἑλλάδα αὐτὴ νὰ γίνῃ οὔτε Δανία, οὔτε Νορβηγία, οὔ­τε Χόλλυγουντ. Θὰ μείνῃ Ἑλλάς, μὲ πίστι στὸ Θεό, μὲ οἰκογένεια, μὲ ὅλα τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια.
«Ὅσοι πιστοί», κοντὰ στὸ Θεὸ καὶ κοντὰ στὴν πατρίδα μας· μέχρι τέλους ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος· ἀμήν.
 
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Νικολάου Πευκακίων Ἀθηνῶν τὴν Κυριακὴ 21-11-1976

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

Η Ζωή του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου


Νικόλαος Γεωργαντώνης

θεολόγος – ιεροψάλτης

Οι Άγιοι είναι τα ζωντανά παραδείγματα ανθρώπων που ακολούθησαν τα διδάγματα του Χριστού, των Αγίων Πατέρων και ήταν ενεργοί στα Μυστήρια της Εκκλησίας. Είναι εφικτό για όλους μας να γίνουμε θεοί «κατά χάριν», δηλαδή να φτάσουμε στην Βασιλεία του Θεού.

«Ἡ τοῦ στόματός σου καθάπερ πυρσὸς ἐκλάμψασα χάρις, τὴν οἰκουμένην ἐφώτισεν.»[1]  Αυτή είναι η φράση που δείχνει ποιός ήταν ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Κορυφαίος ερμηνευτής και Θεολόγος, έδωσε πλούσια παρακαταθήκη και δικαίως ονομάστηκε και «Χρυσόστομος» . Μίλησε πάνω σε πολλά θέματα που αφορούσαν στην πνευματική καλλιέργεια των πιστών καθώς και στα προβλήματα της εποχής του.

Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 354 μ.Χ.[2] Το 368 μ.Χ. βαπτίστηκε.

            Ο πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Σεκούνδος[3], οποίος ήταν στρατηγός του Ρωμαικού στρατού που έδρευε στην Αντιόχεια. Η μητέρα του ήταν η Ανθούσα, η οποία είχε βαθειά χριστιανική πίστη και αγωγή, κάτι που μαρτυρείται και από τον Λιβάνιο που είπε «Οίαι παρά χριστιανοίς γυναίκες εισι!»[4] Σε μικρή ηλικία έχασε τον πατέρα του ο Ιωάννης και τον μεγάλωσε η μητέρα του.

            Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε από τη μητέρα του και μετά παρακολούθησε ανώτερες σπουδές κοντά στον σπουδαίο ρήτορα Λιβάνιο και τον φιλόσοφο Ανδραγάθιο μέχρι τα δεκαοκτώ του χρόνια. Μέσα από αυτές τις σπουδές, έγινε βαθύς γνώστης της ελληνιστικής παιδείας, μαθητεύοντας κοντά στους καλύτερους ρήτορες της εποχής του. Οι σπουδές που έκανε, τον προόριζαν για το επάγγελμα του δικηγόρου αλλά ο Ιωάννης είχε διαφορετική κλίση.

            Μετά από τις σπουδές του, πήγε στο «Ασκητήριο», το οποίο είχε ιδρυθεί από τον Διόδωρο Ταρσού (+392) και τον Καρτέριο και λειτουργούσε ως σχολή, μοναστηριακού τύπου όπου διδασκόταν η ερμηνεία των Γραφών και η θεολογία της Εκκλησίας.[5] Εδώ σπούδασε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος με εντυπωσιακή επίδοση στις σπουδές του. Μεταξύ των διαφόρων συμμαθητών που είχε ήταν και ο Θεόδωρος, μετέπειτα επίσκοπος Μομψουεστίας (+428).[6] Ο ιερός Χρυσόστομος όμως δεν ικανοποιήθηκε με την ερμηνευτική μέθοδο του Διόδωρου Ταρσού και έφυγε από τη σχολή αυτή.

            Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος χειροθετήθηκε αναγνώστης κατά το 372 μ.Χ.[7]  Τότε ξεκίνησε το διδακτικό και ερμηνευτικό του έργο επειδή εκείνη την εποχή, ο Αναγνώστης είχε ως διακόνημα όχι μόνο να διαβάζει την Αγία Γραφή αλλά και να την ερμηνεύει και να την εξηγεί στον λαό. Παράδειγμα για το αξίωμα του Αναγνώστου μας δίνει ο ίδιος ο Χρυσόστομος «και ανελθών ο αναγνώστης λέγει πρώτον το βιβλίον τίνος εστί, του δείνος τυχόν προφήτου, ή αποστόλου, ή ευαγγελιστού, και τότε λέγει ά λέγει, ώστε ευσημότερα υμίν είναι, και μη μόνον τα εκγείμενα ειδέναι, αλλά την αιτίαν των γεγραμμένων, και τις ταύτα είρηκεν.»[8] Τον ίδιο χρόνο, μετά από την κοίμηση της μητέρας του Ανθούσας, εγκατέλειψε την Αντιόχεια και πήγε να μονάσει στην ορεινή περιοχή, Σιλπίου κοντά σε κάποιον ασκητή.[9] Ήθελε και νωρίτερα να μονάσει, αλλά δεν το έκανε λόγω της μητέρας του, που δεν ήθελε να φύγει ο Ιωάννης από κοντά της πριν από την κοίμηση της. Εδώ μόνασε για τέσσερα χρόνια και μετά από αυστηρή άσκηση, ζήτησε να πάει να ασκητέψει με περισσότερη αυστηρότητα. Αφού πήρε ευλογία, πήγε σε ένα μικρό σπήλαιο κοντά στο όρος Σίλπιος. Εδώ ασκήτεψε με ολοήμερη προσευχή και μελέτη της Αγίας Γραφής για δύο χρόνια έως ότου αρρώστησε από το κρύο και κατά το έτος 378 – 379 μ.Χ. αναγκάστηκε να γυρίσει στην Αντιόχεια.[10]

            Το 381 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκονος από τον επίσκοπο Αντιοχείας Μελέτιο και μετά από πέντε χρόνια, το 386 μ.Χ., χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον διάδοχο του Μελετίου, Φλαβιανό.[11] Μέσα σε αυτή τη περίοδο, ο ιερός Χρυσόστομος ανέπτυξε τη δράση του σε ερμηνευτικά και θεολογικά θέματα. Κήρυξε αρκετά και κατά των διαφόρων αιρέσεων που είχαν παραμείνει και ειδικότερα κατά των Ανομοίων που ακόμη υπήρχαν στην Αντιόχεια αυτή την εποχή. Η φήμη του εξαπλώθηκε και έφθασε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρείται ήδη από τον λαό ως Χρυσόστομος. Όλα τα βλέμματα στράφηκαν, αυτή την εποχή, στον Αγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο, επειδή ήδη είχαν φύγει από το εκκλησιαστικό προσκήνιο ο Μέγας Βασίλειος (+379) και ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος (+390).[12]

            Το 397 μ.Χ., κοιμήθηκε ο Νεκτάριος, αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Ο Παλλάδιος αναφέρει για την θλιβερή κατάσταση του αρχιεπισκοπικού θρόνου μετά την κοίμηση του Νεκταρίου, «Εντεύθεν συντρέχουσιν τινες των μη ζητουμένων, μνηστεύοντες την προεδρίαν, άνδρες τινές ουκ άνδρες, πρεσβύτεροι μεν την αξίαν, ανάξιοι δε της ιερωσύνης, οι μεν πραιτωριοκτυπούντες, οι δε δωροδοκούντες, άλλοι δε και τους δήμους γονυπετούντες.»[13]  Ο λαός της Κωνσταντινούπολης ζητούσε άνθρωπο φωτισμένο, ζητούσε, όπως αναφέρει ο Παλλάδιος «επιζητών τον επιστήμονα της ιερωσύνης.»[14] Το 398 μ.Χ., μετά από εισήγηση του Ευτροπίου στον αυτοκράτορα Αρκάδιο και υπερψήφιση κλήρου και λαού, εξελέγη αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και χειροτονήθηκε από τον Θεόφιλο Αλεξανδρείας.[15] Δεν πήγε όμως αμέσως στην Κωνσταντινούπολη ο Χρυσόστομος γιατί αυτό θα δημιουργούσε προβλήματα στην Αντιόχεια. Έτσι παρακάλεσε τον κόμη της Αντιόχειας, τον Ευτρόπιο, ο οποίος και έφερε τον Ιωάννη έξω από τη πόλη, στην περιοχή Ρωμανησία όπου και τον παρέλαβαν απεσταλμένοι του αυτοκράτορα.[16] Ο Θεόφιλος Αλεξανδρείας δεν ήθελε να βάλει τον Ιωάννη Χρυσόστομο ως αρχιεπίσκοπο, αλλά υποχώρησε, χάρη στην τόσο μεγάλη υποστήριξη που είχε ο Χρυσόστομος.

            Τα πρώτα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε ο Ιωάννης Χρυσόστομος ήταν με την πνευματική οικοδομή του λαού και την ειρήνη μεταξύ των Εκκλησιών. Για το πρώτο θέμα, ξεκίνησε να κάνει κηρύγματα με διδακτικό χαρακτήρα που κατηχούσαν τον κόσμο στα θέματα της πίστεως. Ο ίδιος ζούσε με ασκητικό τρόπο και με αυτό τον τρόπο θέλησε να συνετίσει τους κληρικούς και μοναχούς που σκανδάλιζαν με τον τρόπο ζωής τους το λαό. Ο Χρυσόστομος πούλησε ότι πολυτελή πράγματα είχε στην αρχιεπισκοπή και τα έδωσε στα φιλανθρωπικά ιδρύματα που είχε η πόλη.[17] Άλλαξε το κλίμα στην Κωνσταντινούπολη, με την προσθήκη περισσοτέρων ακολουθιών που γινόταν με τάξη και ο κόσμος ενθουσιάστηκε γιατί αυτό είχε ατονήσει με τον προηγούμενο αρχιεπίσκοπο Νεκτάριο.[18] Δεν έμεινε μόνο στο λειτουργικό βίο ο Χρυσόστομος, αλλά προχώρησε και στην δημιουργία νέων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και έντεινε το ενδιαφέρον του για τους φτωχούς και ανήμπορους.

            Ο νέος τρόπος ζωής που έφερε στην Κωνσταντινούπολη ο Ιωάννης Χρυσόστομος ευχαρίστησε πολλούς κληρικούς και λαϊκούς αλλά δημιούργησε και πολλές αντιδράσεις από κληρικούς κυρίως. Ο Χρυσόστομος, όπως ειπώθηκε και νωρίτερα, ζήτησε από τους κληρικούς να είναι πιο σεμνοί και λιτή στην ζωή τους και να είναι παραδειγματικοί στον λαό. Αυτό έλαβε έκταση όταν κήρυξε εναντίων των πλουσίων που ζούσαν εις βάρος του λαού.

            Ο Ιωάννης Χρυσόστομος έδειξε στον λαό του Θεού, το πραγματικό χαρακτήρα ενός Χριστιανού με τα λόγια του αλλά πολύ περισσότερο και με τα έργα του. Έτσι, έφτασε στο τέλος της ζωής του, στην εξορία, κοντά στα Κόμανα, όπου μετά από το βασανιστικό μαρτύριο της διαδρομής προς την εξορία στην Πιτυούντα στον Καύκασο, είπε τη χαρακτηριστική δοξολογική προσευχή «Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν», πρόσθεσε το «Αμήν» και παρέδωσε το πνεύμα του.[19]

Η προσφορά και το παράδειγμα αυτού του αγίου είναι τεράστια! Αυτό που βλέπουμε από τη ζωή του Αγίου, είναι η γνήσια εφαρμογή του Ευαγγελίου! Το πρόβλημα μας σήμερα δεν είναι τόσο οικονομικό αλλά πολύ περισσότερο πνευματικό! Είναι αναγκαίο να ακολουθούμε το παράδειγμα του Αγίου, όλη μας, μαζί κλήρος και λαός, για να διορθώσουμε την κατάσταση της κοινωνίας που επικρατεί. Αυτό που μπορούμε να πάρουμε από τη ζωή του είναι η ακράδαντη πίστη που είχε και η αφοσίωση στο αξίωμα της ιερωσύνης που έλαβε. Ας τον τιμήσουμε με την μίμηση αυτής της πίστεως και βιώσεως που είχε ο Άγιος για να καθαριστούμε και να έρθουμε πιο κοντά στη φώτιση και εν τέλει, στην θέωση! Την ευχή του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου να έχουμε!!!



[1] Απόσπασμα από το Απολυτίκιο, ΙΓ’ Νοεμβρίου, Ήχος πλ. Δ’
[2]Στ. Παπαδόπουλος, Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Τόμος Α’, σελ. 22
[3] Στ. Παπαδόπουλος, Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Τόμος Α’, σελ. 24
[4] Ιω. Χρυσοστόμου, Εις Νεωτέραν Χηρεύσασαν, PG 48, 601
[5] Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία, Τόμος Β’, σελ. 557
[6] Στ. Παπαδόπουλος, Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Τόμος Α’, σελ. 24
[7] Κων. Β. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων Β’, σελ. 619
[8] Ιω. Χρυσοστόμου, Εις την Προς Εβρ. Επιστολήν, Ομιλία Η’, PG 63, 75
[9] Στ. Παπαδόπουλος, Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Τόμος Α’, σελ. 25
[10] Στ. Παπαδόπουλος, Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Τόμος Α’, σελ. 26
[11] Κων. Β. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων Β’, σελ. 619
[12] Στ. Παπαδόπουλος, Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Τόμος Α’, σελ. 30
[13] Ιω. Χρυσοστόμου, Διάλογος Ιστορικός Παλλαδίου, Διάλογος Ε’, PG 47, 19
[14] Ιω. Χρυσοστόμου, Διάλογος Ιστορικός Παλλαδίου, Διάλογος Ε’, PG 47, 19
[15] Κων. Β. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων Β’, σελ. 620
[16] Ιω. Χρυσοστόμου, Διάλογος Ιστορικός Παλλαδίου, Διάλογος Ε’, PG 47, 19
[17] Στ. Παπαδόπουλος, Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Τόμος Α’, σελ. 32
[18] Στ. Παπαδόπουλος, Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Τόμος Α’, σελ. 32
[19] Ιω. Χρυσοστόμου, Διάλογος Ιστορικός Παλλαδίου, Διάλογος ΙΑ’, PG 47, 38

Φωτογραφία από το Κατηχητικό (δεκαετία του '50) με τον τότε εφημέριο, π. Ελευθέριο Καναβάρο

 


Φωτογραφία: Αγγελική Παρδάλη

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018

που έρχονται: «Άφθαρτος ο Ιωάννης Βατάτζης στον τάφο του» - Οι Γέροντες λένε οτι είναι ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς

Translate this page
Με αφορμή την προδιαγραφείσα σύγκρουση που έρχεται μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας λόγω του ενεργειακού «Ελντοράντο» της Ανατολικής Μεσογείου, αναβιώνουν πάλι οι προρρήσεις των Αγίων Πατέρων για τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά και μια μελλοντική (ή πολύ κοντινή) αναμέτρηση μεταξύ των δύο χωρών με «έπαθλο» τους υδρογονάνθρακες
Αγιορείτες Γέροντες λένε πως ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς είναι ο Άγιος Ιωάννης Δούκας Βατάτζης ο Ελεήμων, ο Αυτοκράτορας δηλαδή Νικαίας, ο οποίος βρέθηκε παντελώς άφθαρτος στον τάφο του στην Μικρασία, τόσο ο ίδιος, όσο και τα βασιλικά του ενδύματα!
Όμως με τις αλώσεις των Φράγκων και των Τούρκων χάθηκαν τα ίχνη του αγίου άφθαρτου και ολόσωμου λειψάνου, το οποίο βρίσκεται όπως φαίνεται στην Κωνσταντινούπολη, κεκρυμμένο, σε μυστικό σπήλαιο, το οποίο γνωρίζουν μόνο λίγοι κρυπτοχριστιανοί, που φυλούν το ιερό μυστικό για αιώνες, αναμένοντας την έγερση του μαρμαρωμένου»!
 Παραθέτουμε, μία «συρραφή» θρύλων περί του Αγίου Ιωάννη Βατάτζη.
«α) Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΑΜΕΡΙΚΗΣ - δεκαετία 1950.
Την πρώτη βάσιμη και αξιόπιστη μαρτυρία την έχουμε δια στόματος του μεγάλου Γέροντος Εφραίμ της Αμερικής, τέως  Καθηγουμένου της Ι. Μ. Φιλοθέου Αγίου Όρους, ο οποίος έχει διηγηθεί ότι την πληροφορία για την ύπαρξη του Ιωάννη, τους την μετέφερε πριν το 1955 στο Άγιον Όρος ο Αρχιερεύς Ιερόθεος εκ Μικρασίας, ο οποίος μάλιστα τον είχε χειροτονήσει! Αυτός ο Αρχιερέας Ιερόθεος τους είπε πως είχε δει με τα ίδια του τα μάτια τον κοιμώμενο Βασιλέα Ιωάννη!
Να τι είχε διηγηθεί συγκεκριμένα ο Γέροντας Εφραίμ της Αμερικής, το οποίο πρωτακούσαμε άφωνοι πριν 14 σχεδόν χρόνια στο Άγιον Όρος από κασέτα με τη φωνή του ίδιου του γέροντα:
«...Υπάρχει κοιμώμενος Στρατηγός ονόματι Ιωάννης, ο οποίος, τότε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ θα υποδείξει εις τους Χριστιανούς ότι αυτός θα βασιλεύσει τώρα. Θα τους υποδείξει με το δάχτυλό του τον τόπο και θα τον καλέσουν να ηγηθεί και να βασιλεύσει εις τον ελληνικό και ορθόδοξο λαό. Και θα γίνει αυτό.
Πριν από χρόνια εις το Άγιον Όρος ήταν ένας Αρχιερέας ονόματι Ιερόθεος. Αυτός ήρθε από την Μικρά Ασία. Και το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον έβαλε στο Άγιον Όρος να κάνει χειροτονίες, μνημόσυνα, Λειτουργίες, κλπ. Ήταν ένας άγιος Αρχιερέας, στον τύπου του Αγίου Νικολάου. Από αυτόν τον άγιον Αρχιερέα αξιώθηκα της Ιεροσύνης. Από την Μικρά Ασία. Ευλογημένος άνθρωπος του Θεού!
Ένα θα σας πω. Αγρυπνίες που κάμναμε! Δεκαπέντε ώρες αγρυπνία, αυτός ο άνθρωπος, ογδοηκοντούτις γέρων, δεν εκάθετο καθόλου στο κάθισμα. Από το θρόνο κατέβαινε στο στασίδι πάλι όρθιος. Και στην Λειτουργία τρεις ώρες που ακολουθούσε μετά την πολύωρη Ακολουθία του Όρθρου, όρθιος! Τον βάζαμε μια καρέκλα να καθίσει και δεν ήθελε. Έλεγε «ακόμη η Παναγία μας δεν με κούρασε» και ας έτρεμε όλος από την κούραση. Αυτός ο άγιος Αρχιερέας, αυτός μας είπε. Αυτός είδε τον κοιμώμενο αυτόν Στρατηγό Ιωάννη, που θα αναστηθεί όταν θα γίνει ο 3ος μεγάλος αυτός Παγκόσμιος Πόλεμος! Τον είδε! Διότι χείλη αρχιερέως και ιερέως ου ψεύδονται.
Λοιπόν μας είπε την αλήθεια. Και τον ρωτήσαμε. Διότι ζούσε τότε και ο μακαριστός μου και ο άγιος γέροντάς μου (σ.σ. ο περίφημος Ιωσήφ Ησυχαστής και Σπηλαιώτης) και όλοι μαζί συνοδεία, τον είχαμε πάρει στο εκκλησάκι μας και εκεί καθίσαμε και τον κάμναμε τις ερωτήσεις. Και μας τα έλεγε. Τα ακούσαμε με τα αυτιά μας.
Λέει, «υπάρχει αυτός ο κοιμώμενος βασιλεύς και θα αναστηθεί»! Του λέμε, «ποτέ Γέροντα; Πότε άγιε Αρχιερέα του Θεού»; Λέει, «όταν θα γίνει ο 3ος Παγκόσμιος Πόλεμος»! Και επίσης μας είπε ότι «το δεξί του χέρι είναι στη λαβή του σπαθιού! Το οποίο σπαθί είναι μες στην θήκη». Και μας έλεγε, «όταν το σπαθί βγει από τη θήκη του, τότε θα αρχίσει ο 3ος Παγκόσμιος Πόλεμος». Και εμείς από την περιέργεια μας του λέγαμε: «Σεβασμιότατε πόσο απέχει το σπαθί από την θήκη»; «Ολίγοι πόντοι εναπέμειναν για να βγει», λέει...»!
Η αποκάλυψη αυτή του Αρχιερέως Ιεροθέου έγινε λίγο πριν τα γεγονότα του Πογκρόμ του 1955 σε Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη, ζώντος του οσίου Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστή του Σπηλαιώτη, ο οποίος κοιμήθηκε στις 15 Αυγούστου του 1959 μ.Χ.
β) Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ - δεκαετία 1970.
Η παρακάτω μαρτυρία έχει δημοσιευθεί στο διαδίκτυο:
«Η διήγηση που ακολουθεί περιγράφει την επίσκεψη ενός Καθηγητού του Πανεπιστημίου στην Κωνσταντινούπολη μέσα στη δεκαετία του 1970. Εκεί είχε φίλους δύο Τούρκους καθηγητές του Πανεπιστημίου της Κων/πολης. Σε συζήτηση που είχε μαζί τους για τα επερχόμενα ήρθε και το θέμα της επανάκτησης της Πόλης. Τότε οι Τούρκοι καθηγητές (που απ’ τη συνέχεια φαίνεται ότι ήταν κρυπτοχριστιανοί) του είπαν: «Θέλεις να σε πάμε να δεις κάτι μοναδικό, με την προϋπόθεση ότι θα σου δέσουμε τα μάτια καθ’ όλη την διαδρομή, ώστε να μην μπορείς να εντοπίσεις το μέρος; Γιατί αυτό που θα αντικρύσεις, αποτελεί επτασφράγιστο μυστικό»!
Εκείνος δέχτηκε καί ξεκίνησαν με ένα τζίπ, αυτός με δεμένα τα μάτια, αλλά από την ώρα που έκαναν να φτάσουν στόν προορισμό τους, υπολόγισε πως πρέπει να ήταν περί τα 10 χιλιόμετρα έξω απ’ την Κων/πολη. Τον κατέβασαν με δεμένα μάτια και τον οδήγησαν σε ένα μέρος που απ’ την υγρασία κατάλαβε ότι ήταν σπήλαιο.
Προχώρησαν αρκετά μέσα στο σπήλαιο και όταν έφθασαν σε μια εσωτερική στοά του σπηλαίου του άνοιξαν τα μάτια. Αυτό που αντίκρυσε υπερέβαινε ό,τι μπορούσε να είχε πρίν φανταστεί! Η στοά ήταν αρκετά μεγάλη και σε κάποιο σημείο υπήρχε ένας ανοικτός τάφος χωρίς κανένα διακριτικό. Μέσα στόν τάφο είδε έναν άνδρα ντυμένο με ρούχα βασιλικά της Ρωμαΐκής αυτοκρατορίας, διέκρινε δύο πορφυρούς σταυρούς στούς ώμους, αλλά το συγκλονιστικό ήταν ότι ο άνδρας αυτός ήταν σαν ζωντανός που κοιμάται, είχε δηλαδή ροδαλό χρώμα σαν ζωντανός. Έφερε πλήρη πολεμική εξάρτιση της εποχής και είχε το χέρι του στο ξίφος το οποίο ήταν βγαλμένο σχεδόν όλο, απέμεναν δε λίγα εκατοστά για να αποσπαστεί από τη θήκη του. Και ενώ παρατηρούσε άναυδος, οι φίλοι του, τού είπαν:
«Αυτός είναι ο δούξ Ιωάννης Βατάτζης, βασιλεύς της Νίκαιας, αυτός θα ηγηθεί του γένους των Ρωμιών. Το μυστικό αυτό μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, σε κάποιους έμπιστους και η παράδοση λέει ότι όταν θα βγεί το σπαθί του τελείως απ’ το θηκάρι, οι Έλληνες θα πάρουν πίσω ό,τι έχασαν τότε. Και είναι γεγονός, το έχουμε παρατηρήσει, ότι το ξίφος μετακινείται κατα ενα-δύο χιλιοστά την πενταετία» (δεν είναι βέβαιο το διάστημα).
Τού έδεσαν τα μάτια πάλι και επέστρεψαν. Φίλος φίλου του καθηγητού και αυτόπτου μάρτυρος, το έχει διηγηθεί γύρω στο 1992 απ’ ευθείας σε αδελφικό μου φίλο, γιατρό, αναπληρωτή διευθυντή κλινικής, πιστό και σοβαρό άνθρωπο, ο οποίος μου το μετέφερε.
Τότε ήμασταν πολύ δύσπιστοι. Μάλιστα εγώ το είπα στόν γέροντά μου που είναι δυσκολόπιστος σ’ αυτά και έχει διάκριση και το άκουσε με προσοχή. «Γιατί όχι;», τον άκουσα έκπληκτος να μου λέει, «το κρατάμε στην καρδιά μας αφού είναι προσδοκία μας και εφ’ όσον οι άγιοι μάς έχουν πει ότι θα γίνουν αυτά, δεν ψεύδονται». «Ναι, αλλά είναι ο Βατάτζης ο αγαθός βασιλεύς και θα αναστηθεί;», τον ρώτησα. «Πολύ πιθανόν!», μου απήντησε. Ξέροντας τον γέροντά μου κι εγώ κι ο φίλος μου θεωρήσαμε την απάντησή του σαν απόλυτη επιβεβαίωση. Παρ’ όλα αυτά ήμασταν ακόμα επιφυλακτικοί.
Πολύ αργότερα το διασταυρώσαμε με ένα βίντεο όπου μιλάει ο γέρων Εφραίμ, κτήτωρ πολλών μοναστηριών στην Αμερική και λέει πως στο Άγ. Όρος είχε γνωρίσει έναν άγιο αρχιερέα, τον Μηλιτουπόλεως Ιερόθεο, που ζούσε τότε μονάζοντας στο Άγ. Όρος και του είχε διηγηθεί ότι σε επισκεψή του το 1952 στην Κων/πολη είχε δει (κάτω από ποιές συνθήκες δεν ξέρω) ακριβώς τα ίδια που περιγράφω πιο πάνω. Μάλιστα έλεγε στον γ. Εφραίμ ότι «...λίγα εκατοστά παιδάκι μου είχε για να βγει το σπαθί απ’ το θηκάρι του...". Του το διηγήθηκε το 1955 και φοβόταν (με την εκδίωξη των Ελλήνων απ’ την Πόλη) μήπως είχε έρθει η ώρα του μεγάλου πολέμου. Στο βίντεο αυτό ο γέρων Εφραίμ τονίζει: «...και χείλη Αγίου Αρχιερερέως ού ψεύδονται...».
Και η παραπάνω μαρτυρία επικαλείται την αποκάλυψη του Γέροντος Εφραίμ της Αμερικής.
γ) Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ - δεκαετία 1980.
Η επόμενη μαρτυρία δημοσιεύθηκε σε άρθρο της δημοσιογράφου Ελένης Κυπραίου -πρώτης παρουσιάστριας της Ελληνικής Τηλεόρασης-  παραμονή της Αλώσεως, 28 Μαΐου του 1990. Ανάμεσα στα άλλα, αναφέρει μια συνταρακτική αποκάλυψη:
«Πριν μερικά χρόνια λοιπόν, λιγότερα από δεκαετία, υπηρετούσαν, απ’ τη μια κι από την άλλη πλευρά του Έβρου, στα σύνορα, που διαιρούν τη Θράκη μας στα δύο, αντίστοιχα, Έλλην και Τούρκος στρατηγός. Οι δύο άνδρες είχαν συνδεθεί με στενή μεταξύ τους φιλία. Πολύ περισσότερο που ο Τούρκος στρατηγός είχε σύζυγο Ελληνίδα.
Όταν έφθασε ο καιρός να μετατεθούν για άλλη υπηρεσία, προσκάλεσε ο Τούρκος τον Έλληνα συνάδελφό του. «Τόσον καιρό», του είπε, «περάσαμε ανέφελα μαζί. Οι διαφορές που έχουν οι δύο χώρες μας, μεταξύ τους, δεν επηρέασαν τη φιλία μας. Αλλά κι εμείς οι Τούρκοι θεωρούμε τη φιλία ιερή. Θα ήθελα αύριο το βράδυ να σου το αποδείξω».
Την επόμενη, στις 10 ακριβώς, ο Έλλην επιβιβαζόταν στο ιδιωτικό αυτοκίνητο του Τούρκου. Νύχτα αφέγγαρη ήταν. Ερημικοί οι δρόμοι. Ανοιχτή κι η λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας προς την Πόλη. Κοντά μεσάνυχτα πρέπει να πλησίασαν στις παρυφές της, ύπνος βαθύς είχε καθηλώσει στα κρεβάτια τους κατοίκους της. Ησυχία στους δρόμους.
Γρήγορος, ο οδηγός Τούρκος, μπήκε, βγήκε από στενά, από περιπεπλεγμένα σαν κουβάρι καλντερίμια. Νύχτα αφέγγαρη. Έσβησε τη μηχανή, σταμάτησε μπροστά σε καγκελόπορτα με γραφές στα Ελληνικά. Ο γοργός ρυθμός, η αγωνία, η περιέργεια, δεν άφηναν στον Έλληνα περιθώρια να ψάξει, ούτε καν να προβληματισθεί. Ακολουθούσε τον Τούρκο πειθήνια, σαν αυτόματο, χωρίς φόβο, με περίσσια εμπιστοσύνη. Ούτε καν που του πέρασε απ’  το μυαλό, πως μπορούσαν να ’ναι και κακές οι προθέσεις του.
Στάθηκαν μπροστά σε διπλομανταλωμένη σιδερένια στενή θύρα. Έβγαλε κλειδί απ’ την τσέπη του ο Τούρκος. Ξεκλείδωσε. Άνοιξε. Υπόγειο ήταν. Μούχλα ανέδιναν οι τοίχοι. Μούχλα και κλεισούρα. Λησμονιά, καταχωνιασμένη στα έγκατα της γης. Περπάτησαν κι οι δύο, σε διαδρόμους, χωρίς να σκοντάφτουν. Τους βάραινε η σιωπή, η αναμονή. Πού πήγαιναν, έτσι στα τυφλά; Που κατευθύνονταν; Ανάστροφα στο χρόνο. Σε ποιον χρόνο; Τον ανθρώπινο ή τον Θεϊκό;
Ο Τούρκος ήξερε. Αλλά δεν ήξερε ακόμη ο Έλληνας. Δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την περιπλάνηση. Μα ούτε και πρόφταινε να προβληματιστεί. Ακολουθούσε. Με την βεβαιότητα, πως η στιγμή ήταν μοναδική. Πως δεν θα ’χε την ευκαιρία, ποτέ ξανά, να την ξαναζήσει. Ακολουθούσε. Ονειρευόταν άραγε; Υπνοβατούσε; Φτερωμένη η φαντασία του, ανάπλαθε μονοπάτια, που μόνο σε ελαφρύ ύπνο βαδίζει κανείς. Ένα ήταν σίγουρο: Δεν θα ξανάβρισκε ποτέ τον δρόμο. Δεν θα τον ξανάβρισκε χωρίς οδηγό.
Είχαν φτάσει στο τέρμα. Θύρα και πάλι αρματωμένη μπροστά τους. Βαριά σιωπή. Η σιγή της ύστατης ώρας. Που ήρθε να διακόψει μόνο το τρίξιμο της κλειδαριάς. Το γκρίνιασμα του σκουριασμένου σίδερου. Μισάνοιξε η βαριά θύρα. Ισχνό φως στο εσωτερικό. Υπερκόσμιο. Μυστηριακό. Υπόγειο; Μπουντρούμι; Κενοτάφιο;
Και τότε, τότε μόνον μίλησε ο Τούρκος: «Εσείς οι Έλληνες δεν πιστεύετε στον θρύλο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά; Δεν λέτε και ξαναλέτε μεταξύ σας, πως βόλι εχθρού δεν τον άγγιξε; Πως δεν τον κατάπιε το μανιασμένο πλήθος των πορθητών της Πόλης; Αλλά πως τον τράβηξε η Παναγιά στην αγκαλιά της, για να τον κάνει Αθάνατο. Δεν είστε βέβαιοι πως ΖΕΙ Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ; Δεν είναι θρύλος. Ψεύτικη ελπίδα. Ονειροφαντασία. Είναι ΑΛΗΘΕΙΑ. Δες και μόνος σου».
Στο πάτωμα, μισοανασηκωμένο στον ένα αγκώνα ο Έλληνας είδε, είδε με τα μάτια του, τον ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΙΑ. ΑΝΑΣΗΚΩΜΕΝΟ. Ρίγος τον διαπέρασε. Θόλωσαν απ’ τα δάκρυα τα μάτια του. Θαμπώθηκε η όραση του. Έκανε το σταυρό του. Μπροστά του, εκεί, σε απόσταση ανάσας, το ΘΑΥΜΑ. Κι ήταν αυτός, ο τυχερός, που είχε αξιωθεί να το ζήσει με τις αισθήσεις του. Σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.
Πηχτή η σιωπή, σχεδόν, κοβόταν με το μαχαίρι. Μίλησε και πάλι ο Τούρκος: «Πριν μερικά χρόνια κειτόταν στο έδαφος ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ. Τον τελευταίο καιρό άρχισε σιγά-σιγά ν’ ανασηκώνεται. Πάμε».
Ξανάκλεισαν τη θύρα. Την ξανακλείδωσαν. Αντίστροφα βγήκαν μέχρι την αυλή απ’ τα υπόγεια. Ξαναπέρασαν την καγκελένια πόρτα. Δεν άφησαν πίσω ίχνη απ’ τις πατημασιές τους. Κανείς δεν τους είχε δει. Μπήκαν στο αυτοκίνητο, πήραν τον δρόμο του γυρισμού. Σιωπηλοί. Χωρίς ν’ ανταλλάξουν κουβέντα.
Δεν είχε ακόμη ξημερώσει σαν έφτασαν στον Έβρο. Προτού αποχωρισθούν, φιλήθηκαν σταυρωτά. Το ποτάμι κυλούσε ορμητικά προς το Αιγαίο. «Γυρίζει πίσω το ποτάμι», μονολόγησε ο Έλλην στρατηγός. «Γυρίζει όταν το θελήσει ο Θεός».
Υπηρέτησε αργότερα στο Κέντρο. Προτού αποστρατευθεί θεώρησε υποχρέωση του ν’ αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό στην προσωπικότητα που μας το εμπιστεύθηκε, κατονομάζοντας και τον στρατηγό, κάτω από το βλέμμα του Θεού και της Παναγιάς. Κάναμε και μεις το σταυρό μας μουρμουρίζοντας: Η ΠΟΛΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΑΛΩ»! 
Ο Στρατηγός αναφέρεται πως κοιμήθηκε το 2001 και τη μαρτυρία επιβεβαίωσε η αδελφή του Ελένη, η οποία ανέφερε επιπρόσθετα πως ο αδερφός της είχε δει και μια επιγραφή πάνω από το κεφάλι του  Μαρμαρωμένου Βασιλέα, που έγραφε το όνομα «Ιωάννης»!